Τα έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο για να τα ζυγώσεις.
Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τ' αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους
RAINER MARIA RILKE

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Το ελληνικό σινεμά αλλάζει νοοτροπία / Tης Μαριας Κατσουνακη

Σπάνια εστιάζουμε στην καλή πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας, ακόμη σπανιότερα μπορούμε να εναποθέσουμε το βλέμμα μας σε μια αισιόδοξη εκδοχή της. Δυσεύρετη, ούτως η άλλως, αυτόν τον καιρό.

Γι’ αυτό και προχθές, που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας μίλησε για τη «δεύτερη άνοιξη του ελληνικού κινηματογράφου», η φράση ήχησε παράξενα. Αιφνιδιαστικά και ξένα. Το γεγονός της πρόσκλησης τεσσάρων εκπροσώπων της «άνοιξης» αυτής, δύο θεσμικών και δύο δημιουργών, στο προεδρικό μέγαρο, επισημάνθηκε μεν από τον ημερήσιο Τύπο αλλά χάθηκε κιόλας μέσα στα δύσκολα και δυσοίωνα. Οι σκηνοθέτες Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη και Σύλλας Τζουμέρκας (με διακριτή παρουσία στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Βενετίας), και δύο πρόεδροι, ο Γιώργος Παπαλιός του Κέντρου Κινηματογράφου και ο Τάσος Μπουλμέτης της νεοσύστατης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, πέρασαν δύο ώρες περίπου με τον κ. Παπούλια, γευματίζοντας και κουβεντιάζοντας.

Από τη συνάντηση έλειπαν αρκετοί. Η εκδήλωση όμως δεν είχε αυτό το περιεχόμενο. Ηταν η συμβολική κίνηση αναγνώρισης μιας ολόκληρης νέας γενιάς δημιουργών, εκ μέρους της επίσημης πολιτείας. Σημαντικό βήμα και για τις δυο πλευρές. Oχι γιατί δεν έχει ξαναδιαβεί την είσοδο του προεδρικού μεγάρου Ελληνας σκηνοθέτης, αλλά γιατί το εγχώριο σινεμά βρίσκεται σε παραγωγική, δημιουργική, αλλά και εύθραυστη τροχιά. Και, κυρίως, αλλάζει νοοτροπία. Νέοι δημιουργοί με διεθνές προφίλ που δεν περιμένουν την κρατική χρηματοδότηση για να ξεκινήσουν την επόμενη ταινία τους. Αναζητούν τρόπους για να προχωρήσουν. Κάνουν σινεμά με κάθε δυνατό μέσο και με οδηγό την ανάγκη και την επιθυμία «να μην πιάνουν την κάμερα στα χέρια τους κάθε πέντε χρόνια». Εχουν ορμή και πείσμα. Ο Γιώργος Λάνθιμος (με τις εγκωμιαστικές σε όλο τον κόσμο κριτικές για τον «Κυνόδοντα» - που παίρνει τον δρόμο για τα Οσκαρ ως ελληνική πρόταση) προσπαθεί να αρχίσει γυρίσματα τον Οκτώβριο για τη νέα του ταινία έστω και αν δεν βρίσκει, προς το παρόν, κρατική ενίσχυση. Το ίδιο και ο Φίλιππος Τσίτος (της βραβευμένης «Ακαδημίας Πλάτωνος»). Και άλλοι πολλοί. Εχουν, θέλουν κάτι να «πουν» και θα το «πουν» με κάθε τρόπο.

Η καμπή είναι κρίσιμη. Ο κρατικός απογαλακτισμός αποδεσμεύει και τροφοδοτεί. Προσοχή: «απογαλακτισμός» δεν σημαίνει εγκατάλειψη. Το κράτος έχει τρόπους να στηρίξει και να ενθαρρύνει το ελληνικό σινεμά σε αυτήν την προσπάθεια (όπως με τον νέο - περιμένουμε ένα χρόνο να κατατεθεί- νόμο για τον κινηματογράφο). Δεν απαλλάσσεται το κράτος από την ευθύνη, απαλλάσσεται όμως το σινεμά από τη φθορογόνα και πελατειακή εξάρτηση από δυσκίνητους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Το ελληνικό σινεμά την περίοδο της συντριπτικής κρίσης δοκιμάζει τις δικές του λύσεις. Η ξένη κινηματογραφική κοινότητα το έχει αντιληφθεί. Το έγκυρο Variety σε εκτεταμένο άρθρο του υπογραμμίζει: «Παρά την αναταραχή που έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση της Ελλάδας, στον ελληνικό κινηματογράφο αναβλύζει η δημιουργικότητα». Εμείς, θέλουμε να το αντιληφθούμε;



Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Έλλη Παππά - Μαρτυρίες μιας διαδρομής


«Οι νέοι των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα δεν μπορούν να καταλάβουν τη σχέση ενός κομμουνιστή του '40 με το Κόμμα. Ήταν μια σχέση καθαρά μεταφυσική» γράφει η Έλλη Παππά στην πνευματική της διαθήκη, που μόλις κυκλοφόρησε αυτούσια και υπό τον τίτλο «Έλλη Παππά - Μαρτυρίες μιας διαδρομής» από τις εκδόσεις του Μουσείου Μπενάκη (σελίδες 349).

«Η προσωπική μου αντίληψη» συνεχίζει η ίδια «ήταν ότι το να ξεκόψεις από το Κόμμα ή να σε απορρίψει το Κόμμα ήταν σαν να σε απόδιωχνε το γένος σου στην κοινωνία των γενών: Ήταν ποινή χειρότερη από την καταδίκη σε θάνατο» λέει η γενναία αγωνίστρια της Αριστεράς. Η Έλλη Παππά, 16 χρόνια πριν πεθάνει, είχε καταθέσει σε δύο φάσεις, το 1993 και το 1995, στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη δύο κείμενά της για τη βιωματική της μαρτυρία και την πολιτική της εμπειρία από την μακρόχρονη θητεία της στο κομμουνιστικό κίνημα, με τον όρο να ανοιχτούν μετά τον θάνατό της.

Σημαντικό στέλεχος του ΚΚΕ από τα χρόνια της Κατοχής, κρίκος στην αλυσίδα του παράνομου μηχανισμού του κομμουνιστικού κόμματος στην διάρκεια του Εμφυλίου έως την σύλληψή της, τον Δεκέμβρη του 1950, παρέμεινε μέχρι το τέλος της (πέθανε στις 27 Οκτωβρίου 2009) μαχητική, διανοούμενη, ασυμβίβαστη.

Καταθέτει τα πράγματα όπως τα αντιλήφθηκε, τα πίστεψε και τα ερμήνευσε. Παρέδωσε τεκμήρια που εναπόκειται στους ιστορικούς να τα εκτιμήσουν.

«Ποιος ήταν ο ρόλος ανθρώπων με ηγετικές θέσεις ή εξ απορρήτων της ηγεσίας με αινιγματική προσωπικότητα και δραστηριότητα;» είναι ένα ερώτημα που την απασχολεί έντονα και υπογραμμίζει τρεις περιπτώσεις: των Θ.Λυκογιάννη, Δ.Βλαντά, Ν.Βαβούδη. Οι εκτιμήσεις της, μάλιστα, για τον τελευταίο διαπερνούν το βιβλίο.

Σημειώνεται ότι ο Νίκος Βαβούδης, στέλεχος του ΚΚΕ, είχε την εποχή εκείνη την ευθύνη των ασυρμάτων που επέτρεπαν την επικοινωνία με την εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ.

Από το στέλεχος του ΚΚΕ Νίκο Ακριτίδη περίμενε, όπως γράφει, κάποιες εξηγήσεις, «πράγμα που δεν έγινε ποτέ».

Η γνωριμία της με το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Νίκο Μπελογιάννη, ο έρωτάς τους, η σύλληψη και η απομόνωσή τους στην φυλακή, η εκτέλεση Μπελογιάννη, τα γράμματα στον γιο τους Νίκο, κυριαρχούν στο κείμενό της.

Η μακρά της «θητεία» στις φυλακές Αβέρωφ (αποφυλακίστηκε το 1963), οι συγκρούσεις της με ομάδα φυλακισμένων γυναικών, η καθαίρεσή της από τα κομματικά της καθήκοντα μέσα στην φυλακή κατονομάζονται, αποκαλύπτοντας τραγικές παραμέτρους.

«Με την ελπίδα ότι οι καταγεγραμμένες εμπειρίες της μπορούν ίσως να χρησιμεύσουν σε κάτι» η Έλλη Παππά, αναφέρει ρητά ότι «η αλλαγή μεθόδων λειτουργίας, λήψης κι εφαρμογής των αποφάσεων, ο σεβασμός στους αγωνιστές είναι πλέον στοιχειώδεις ανάγκες για την Αριστερά του τόπου μας, ύστερα από τις σκληρές εμπειρίες της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ειδικό κεφάλαιο στο βιβλίο είναι το πολυσέλιδο δακτυλόγραφό της για τον Νίκο Πλουμπίδη, το οποίο κατέθεσε πρώτο στο Μπενάκη το 1993.

«Χρύσα Χατζηβασιλείου, Στέργιος Αναστασιάδης, Νίκος Πλουμπίδης: τρία μέλη του Πολιτικού Γραφείου που είχαν αντιταχθεί στην απόφαση για τον ένοπλο αγώνα. Και οι τρεις εξοντώθηκαν διπλά. Με την απομόνωση, την δυσφήμιση ή το διά της σιωπής θάψιμο από το ίδιο το Κόμμα, στο οποίο ήταν στρατευμένοι με αφοσίωση και συνέπεια μέχρι θανάτου» γράφει μεταξύ άλλων η Έλλη Παππά.

Στο κείμενό της για τον Νίκο Πλουμπίδη περιλαμβάνεται και το ιδιόχειρο γράμμα του προς την ίδια, με ημερομηνία 4/5/52, στο οποίο τής γράφει για τον Νίκο Βαβούδη, ενώ με διάθεση προστατευτική την συμβουλεύει πώς να διαχειριστεί τις πολύ δύσκολες καταστάσεις που αντιμετωπίζει μέσα στην φυλακή, μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη.

Για την «υπόθεση Πλουμπίδη», η Έλλη Παππά καταθέτει ό,τι βίωσε και γνωρίζει. Εξάλλου η υπόθεση Νίκου Πλουμπίδη, για τον οποίο δεν έγινε ποτέ κομματική αποκατάσταση, όπως ο ίδιος την εννοούσε, σε συνέδριο του ΚΚΕ, είναι ένα αυτόνομο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και στη νεώτερη πολιτική ιστορία.

Τον τόμο «Έλλη Παππά - Μαρτυρίες μιας διαδρομής» επιμελήθηκε ο ιστορικός του Μουσείου Μπενάκη, Τάσος Σακελλαρόπουλος.

(ΤΟ ΕΣΤΕΙΛΕ Η ΑΓΓΕΛΑ ΔΕΣΠΟΤΙΔΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ)

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Τι θα ένιωσε άραγε ακούγοντας τις δηλώσεις του Κώστα Τσόκλη η νεαρή πια κοπέλα από την Αμάρυνθο;

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΩ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 3/9/2010

Ηταν 16χρονη έφηβη όταν κατήγγειλε ότι βιάστηκε μέσα στο σχολείο από τέσσερις συνομήλικους συμμαθητές της. Οι δικαστές τούς αθώωσαν γιατί δεν πείστηκαν ότι οι πράξεις τελέστηκαν χωρίς τη συναίνεσή της. Προσπάθησαν κι εκείνοι να βρουν ποιος έφταιξε στο βιασμό. Και τον βρήκαν.

Πόσα άλλα κορίτσια γύρω μας βρήκαν το κουράγιο και έφτασαν στις δικαστικές αίθουσες για να «βιαστούν» άλλη μια φορά, ψυχολογικά και ηθικά. «Φοράτε σουτιέν; Φοράτε μίνι φούστες; Πίνετε; Μπαίνετε σε αμάξια αγνώστων; Πόσο συχνά κάνετε έρωτα;» Αυτές είναι οι ερωτήσεις ρουτίνας, που δέχονται τα θύματα βιασμών στα δικαστήρια. Οι θύτες αρκεί να ενοχοποιήσουν το θύμα και ξεμπέρδεψαν. Γιατί για τους άντρες ο βιασμός είναι «ερωτική επίθεση», όπως λέει και ο Κ. Τσόκλης.

Θυμήθηκα και την επιστολή της 22χρονης Λ., που παρέδωσε το 2006 ο πρόεδρος του συλλόγου «Το Χαμόγελο του παιδιού» στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την τρομακτική αύξηση των κακοποιήσεων ανηλίκων στη χώρα. Η Λ. είχε ζήσει τη φρίκη από τον ίδιο της τον πατέρα. Κατάφερε να τον στείλει φυλακή για τα επόμενα 19 χρόνια, έχοντας απέναντί της, και όχι πλάι της, την ίδια της τη μάνα και τα αδέλφια της. Υποστήριζαν ότι είναι «τρελή».

Μας αρέσει να ξεχνάμε. Μας ανακουφίζει. Είμαστε μια κοινωνία που αντιστρέφει τους ρόλους θύτη και θύματος, που προσπαθεί να κρύψει τις πληγές της με τη συγκάλυψη, που αρνείται να μπει στη θέση του άλλου.

Οι παλιές δηλώσεις, όμως, του Κώστα Τσόκλη, που με τόση ευκολία τις επαναλαμβάνει τις τελευταίες ημέρες, αφορούν την ίδια μας τη ζωή. Μέσα ή δίπλα απ' τα σπίτια μας. Δεν είναι μυθοπλασία, δεν είναι μία ερμηνεία ενός καμβά, δεν είναι καν ανοησίες. Μιλάμε για εγκληματικές ενέργειες που καταστρέφουν ανθρώπινες ζωές. Ενίοτε, τις αφαιρούν κιόλας.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΜΠΑΡΚΑ

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Ένας διάλογος ανάμεσα στη Στέλλα και το Γιάννη


Mε αφορμή το παρακάτω βίντεο γεννήθηκε μια μικρή μεταμεσονύκτια κουβέντα ανάμεσα στη Στέλλα Αλισανόγλου και τον σύντροφο και συνεργάτη της Γιάννη. Την ευχαριστώ για την άδεια ανάρτησης και σας καλώ σε έναν γόνιμο κινηματογραφικό διάλογο μαζί τους και μαζί μου. Σχολιάστε παρακαλώ ...

Σ-: Ποιά είναι η γνώμη σου για το βίντεο αυτό;

Γ-: Λυρικό και εντυπωσιακό.

Σ-: Είσαι κατεξοχήν λάτρης του σινεμά (και ειδήμων θα έλεγα εγώ) για το οποίο μόλις πριν λίγο μου είπες επί λέξε ότι "έχει πεθάνει". Τί εννοείς με αυτό και πώς σχετίζεις αυτή την άποψη με αυτό που βλέπουμε σε αυτό το βίντεο;

Γ-: Εννοώ ότι το σινεμά ως μέσο επικοινωνίας και ψυχαγωγίας αλλά και ως μορφή τέχνης έχει αυτοπεριοριστεί πάρα πολύ, δεν εξελίσσεται.

Σ-: Δηλαδή;

Γ-: Δηλαδή βλέπουμε τις ίδιες συνταγές-ιστορίες να κινηματογραφούνται πάντα σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

Σ-: Mπορείς να δώσεις ένα παράδειγμα;

Γ-: Όταν λέμε σινεμά εννοούμε τις ταινίες του Hollywood, τις ευρωπαϊκές ταινίες και μια τρίτη κατηγορία είναι οι ανεξάρτητες και εθνικές κινηματογραφίες (Ιράν, Ινδία κλπ) στις οποίες σαφώς υπάρχει περισσότερο ενιδαφέρον.Όμως αυτό που γίνεται στο διαδίκτυο είναι ότι όλοι αυτοί, οι σε εισαγωγικά ερασιτέχνες αφηγούνται τις δικές τους προσωπικές ιστορίες με καινούργιους, πρωτότυπους τρόπους όσον αφορά την κινηματογραφική αφήγηση και δεν υστερούν σε τίποτα, όσον αφορά το αποτέλεσμα, από τις λεγόμενες επαγγελματικές ταινίες.

Σ-: Πιστέυεις λοιπόν ότι το σινεμά "έχει πεθάνει" λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης;

Γ-: Η τεχνολογική εξέλιξη ανέδειξε κι άλλες φωνές, που πριν δεν ήταν ποτέ δυνατόν να ακουστούν, να προβληθούν. Δεν υπήρχαν ούτε τα μέσα να τις φτιάξεις φτηνά αλλά ούτε και το μέσο να τις δει κάποιος, έξω από τα μέσα ενός συγκεκριμένου - περιορισμένου - συστήματος.

Σ-: Kαι μια τελευταία ερώτηση: Πώς βλέπεις να εξελίσσονται τα πράγματα στο μέλλον;

Γ-: O κινηματογράφος εξελίσσεται πλέον στο internet και όχι στη μεγάλη οθόνη και δεν με λυπεί καθόλου. Αυτό που βλέπουμε στο παρακάτω βίντεο με τα skateboards, δεν είναι σινεμά; Δεν μπορέις να το χαρακτηρίσεις ούτε ερασιτεχνικό βίντεο ούτε βίντεοκλιπ, γιατί δεν προβάλλεται κάποιος μουσικός καλλιτέχνης, ούτε διαφήμιση, δεν είναι ούτε σινεμά όπως το ξέρουμε μέχρι σήμερα, είναι απλώς μια εξέλιξη της κινηματογραφικής αφήγησης, όπου δεν είναι απαραίτητο να ψυχαγωγήσει μέσω της πλοκής αλλά να απολαμβάνεις κανείς τους ήχους και τις εικόνες όπως ένας αναγνώστης απολαμβάνει τις λέξεις σε ένα ποίημα. Φυσικά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, υπάρχουν πολλοί που έχουν ασχοληθεί με αυτό το "είδος" (βλέπε Koyaanisqatsi) αλλά θα περίμενε κανείς να υπάρχουν περισσότερες τέτοιες ταινίες, στη δεκαετία του '90 και του μιλένιουμ, εννοείται στις αίθουσες, πράγμα το οποίο δεν γίνεται γιατί δεν καθιστούν εμπορικό είδος. να, λοιπόν όλοι αυτοί που θα θέλανε να φτιάξουν τέτοιες ταινίες βρίσκουν διέξοδο πειραματισμού και προβολής, όπως και επικοινωνία με το κοινό, στο διαδίκτυο. Εκεί, είναι το μέλλον. Αλλά ως ροματνικοί θα θέλαμε να υπάρξει μέλλον και στη μεγάλη οθόνη.

<Ενδεχομένως να ακολουθήσουν κι άλλες τέτοιες κουβέντες (δεν είναι απειλή).>