Σύμφωνα με το μήνυμα που πήρα, επρόκειτο για μια συγκέντρωση που στα αμερικάνικα έχει πάρει το όνομα flash mob. Πρόκειται για συγκεντρώσεις όπου οι προσερχόμενοι ειδοποιούνται μέσω μηνυμάτων στα κινητά τους.
Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τ' αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους
RAINER MARIA RILKE
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011
Η ρούμπα του τραπεζίτη / Rumba Rave "banquero" en el Santander
Σύμφωνα με το μήνυμα που πήρα, επρόκειτο για μια συγκέντρωση που στα αμερικάνικα έχει πάρει το όνομα flash mob. Πρόκειται για συγκεντρώσεις όπου οι προσερχόμενοι ειδοποιούνται μέσω μηνυμάτων στα κινητά τους.
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΖΙΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ
Ο Χάουαρντ Ζιν, ο κορυφαίος αμερικανός διανοούμενος, ο οποίος από πολύ νέος ανέπτυξε έντονο πολιτικό ακτιβισμό, αποτελεί μοναδικό παράδειγμα για το πώς οι ιδέες γίνονται πράξη, πώς το ατομικό γίνεται συλλογικό.
Από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ώς τη σημερινή κρίση ο Χάουαρντ Ζιν διατρέχει μισό αιώνα, διανθίζοντάς τον με τις αναμνήσεις του. Πρωτοστάτης του αντιπολεμικού κινήματος, υπερασπιστής των δικαιωμάτων των μαύρων, πιστός σε έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό, πήρε μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, έδωσε πύρινες ομιλίες, βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με το νόμο και την εξουσία, μέχρι και που φυλακίστηκε για τη δράση του.
Ενα χρόνο μετά το θάνατο του αριστερού ιστορικού και συγγραφέα (28/1/2010), κυκλοφορεί αύριο πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αιώρα» η αυτοβιογραφία του (μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης) που καλύπτει την περίοδο 1956-1992 και ρίχνει φως στις ιδέες και την μακρόχρονη πορεία του.
Γιος εβραίων μεταναστών, από μικρός δούλεψε στα ναυπηγεία όπου ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, πήρε μέρος σε αεροπορικές επιδρομές κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο θέτοντας στη συνέχεια στον εαυτό του βασανιστικά ερωτήματα, ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα από ένα «μαύρο κολέγιο» της Τζόρτζια, τάραξε την αμερικανική κοινή γνώμη γράφοντας την ανατρεπτική «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ».
Μέχρι τέλους διατηρούσε την πεποίθηση: «Οι μικρές πράξεις αντίστασης στην εξουσία, αν δεν το βάζεις κάτω, μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλα κοινωνικά κινήματα. Συνηθισμένοι άνθρωποι είναι ικανοί για ασυνήθιστες πράξεις θάρρους». Ετσι αιτιολογείται και ο υπότιτλος της αυτοβιογραφίας, αποσπάσματα της οποίας προδημοσιεύουμε σήμερα: «Δεν μπορείς να μένεις ουδέτερος σε ένα τρένο που κινείται».
Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
«ΜΠΗΚΑ στην Πολεμική Αεροπορία αρχές του 1943-είκοσι χρονών- έτοιμος να πολεμήσω τους Ναζί».
Ετσι αρχίζει ένα ακόμα κεφάλαιο της πολυτάραχης ζωής του Χάουαρντ Ζιν που συνδέθηκε και με τη γνωριμία του με τη Ροζλίν Σέχτερ, το κορίτσι με πρόσωπο ρωσίδας καλλονής, με το οποίο μοιράζονταν «κοινές απόψεις για τον κόσμο, τον πόλεμο, το φασισμό και το σοσιαλισμό» και έμελλε να γίνει η σύντροφος της ζωής του.
Μετά το μήνα του μέλιτος και ενώ ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η μονάδα του Ζιν μεταφέρθηκε στην Αγγλία. Οπως περιγράφει ο ίδιος: «Ένα βράδυ μας ξύπνησαν στη 1π.μ. και είπαν ότι έπρεπε να ετοιμαστούμε για μια ακόμη αποστολή. Δεν ήταν όπως στις ταινίες, όπου ο Ρόμπερτ Τέιλορ σηκώνεται απ' το κρεβάτι, ορμάει στο πιλοτήριο και φεύγει. Πέντε ώρες πέρασαν από το ξύπνημα μέχρι την απογείωση, την αυγή. Ο αρμόδιος αξιωματικός μάς ενημέρωσε για την αποστολή. Επρόκειτο να βομβαρδίσουμε μια μικρή πόλη ονόματι Ρουαγιάν κοντά στο Μπορντό, στις ακτές του Ατλαντικού. Κοιταχτήκαμε: να βομβαρδίσουμε μια γαλλική πόλη; Τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν ήδη περάσει τη Γαλλία, είχαν μπει για καλά στη Γερμανία. Η εξήγηση δόθηκε: υπήρχαν μερικές χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες που είχαν καταφύγει στη Ρουαγιάν περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος κι εμείς έπρεπε να τους βγάλουμε απ' τη μέση. Και δεν θα είχαμε στη βομβοθήκη μας το σύνηθες φορτίο από δώδεκα βόμβες ισοπέδωσης βάρους διακοσίων κιλών η καθεμία. Αντ' αυτού κάθε βομβοθήκη είχε κάτι καινούργιο: 30 κάνιστρα, 45 κιλών το καθένα, με "πηχτή βενζίνη"-κολλώδες πυρ. Δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη, αλλά πολύ μετά τον πόλεμο συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για πρώιμη χρήση ναπάλμ.
Ετσι καταστρέψαμε τις γερμανικές δυνάμεις (1200 "ιπτάμενα φρούρια" βομβάρδισαν αρκετές χιλιάδες Γερμανούς στρατιώτες!)-καθώς και τον γαλλικό πληθυσμό της Ρουαγιάν. Μετά τον πόλεμο, διάβασα ένα άρθρο του ανταποκριτή των "New York Times" στην περιοχή: "Περί τους 350 άμαχους, ζαλισμένοι ή πληγωμένοι...σύρθηκαν από τα ερείπια και είπαν αργότερα ότι η αεροπορική επίθεση ήταν "μια κόλαση που ποτέ δεν μπορούσαμε να φανταστούμε".
Στα ύψη από τα οποία οποία κάναμε το βομβραδισμό -8-9 χιλιάδες μετρα- δεν βλέπαμε κόσμο, δεν ακούγαμε κραυγές, δεν βλέπαμε αίμα και κομμένα μέλη. Θυμάμαι μόνο να βλέπω τα κάνιστρα ν' ανάβουν σαν σπίρτα και να πέφτουν φλεγόμενα στο έδαφος. Ψηλά στον ουρανό, εγώ απλώς "έκανα τη δουλειά μου" -η εξήγηση που δίνεται σε όλη την Ιστορία, κάθε φορά που οι πολεμιστές διαπράττουν φρικαλεότητες.
Ο πόλεμος τελειωσε σε τρεις εβδομάδες. Δεν άκουσα κανέναν ν' αμφισβητεί την επιδρομή στη Ρουαγιάν, το γιατί ήταν απαραίτητη. Ούτε εγώ την αμφισβήτησα. Δεν θα μου περνούσε απ' το μυαλό να σηκωθώ εκείνο το πρωί, καθώς γινόταν η ενημέρωση, και να ρωτήσω: Γιατί σκοτώνουμε κι άλλο κόσμο, αφού ο πόλεμος τελειώνε;
(...) Μόνο μια στιγμή σ' ολόκληρο τον πόλεμο μπήκαν στο μυαλό μου κάποιες αμφιβολίες για την απόλυτη ορθότητα των πραξεών μας. Είχα πιάσει φιλίες μ' ένα πυροβολητή από άλλο πλήρωμα. Είχαμε κάτι κοινό σ' εκείνη τη λογοτεχνική έρημο της αεροπορικής βάσης: κι οι δυο μας διαβάζαμε και μας ενδιέφερε η πολιτική. Κάποια στιγμή με κατέπληξε λέγοντας, "Ξέρεις, αυτός δεν είναι πόλεμος ενάντια στο φασισμό. Είναι πόλεμος επικράτησης. Αγγλία, Ηνωμένες Πολιτείες και Σοβιετική Ενωση είναι όλα διαφθαρμένα κράτη, δεν έχουν κανένα ηθικό ενδοιασμό με τον χιτλερισμό, απλώς θέλουν κι αυτοί να κυβερνήσουν τον κόσμο. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος".
"Κι εσύ γιατί βρίσκεσαι εδώ;" ρώτησα.
"Για να μιλώ σε ανθρώπους σαν και σένα".
Εκείνον τον καιρό δεν πείστηκα για όσα έλεγε, όμως με έβαλαν σε σκέψεις και ποτέ δεν τα ξέχασα (...) Η Χιροσίμα και η Ρουαγιάν έπαιξαν βασικό ρόλο στο να επανεξετάσω σταδιακά όσα άλλοτε αποδεχόμουν χωρίς αμφισβήτηση - την απόλυτη ηθική ορθότητα του πολέμου ενάντια στο φασισμό. (...) Δεν υπάρχει, στους νεότερους χρόνους, άλλος πόλεμος που να έχει γίνει πιο αποδεκτός ως δίκαιος, σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι φασίστες εχθροί ήταν τόσο απόλυτα σατανικοί ώστε απαγόρευαν κάθε αμφισβήτηση. Ηταν αναντίρρητα οι "κακοί" κι εμείς ήμασταν οι "καλοί", οπότε, άπαξ και είχαμε λάβει αυτήν την απόφαση, δεν υπήρχε καμία εμφανής ανάγκη να σκεφτούμε αυτό που κάναμε. Ομως, επανεξετάζοντας τις πολεμικές μου εμπειρίες και διαβάζοντας ιστορία, είχα καταλάβει πώς το περιβάλλον του πολέμου αρχίζει να κάνει τους αντίπαλους πανομοιότυπους.
Αυτό ίσχυε από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης τον 5ο αι. π.Χ. Η Αθήνα, το "λίκνο της δημοκρατίας", ένας παράδεισος εξαιρετικής τέχνης και λόγου, ήταν οι "καλοί". Η Σπάρτη, απολυταρχική και βλοσυρή, ήταν οι "κακοί". Ομως, καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, οι Αθηναίοι διέπρατταν όλο και περισσότερες φρικαλεότητες - σφάζοντας αδιακρίτως και υποδουλώνοντας γυναικόπαιδα.
Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εμείς -οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Αγγλία, ο "πολιτισμένος κόσμος"- είχαμε διατρανώσει τη φρίκη μας απέναντι στο νέο φαινόμενο του σύγχρονου εναέριου πολέμου, τον αδιάκριτο βομβαρδισμό του άμαχου πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Ο βομβαρδισμός της Σαγκάης από τους Ιάπωνες, ο βομβαρδισμός άοπλων Αφρικανών στην Αιθιοπία από τους Ιταλούς, οι βόμβες που ρίχτηκαν κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο στη Μαδρίτη, οι βομβαρδισμοί του Κόβεντρι και του Ρότερνταμ από τους Γερμανούς. Μα, βέβαια, τι μπορείς να περιμένεις από φασίστες!
Επειτα μπήκαμε κι εμείς στον πόλεμο και κάναμε το ίδιο πράγμα, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Η Ρουαγιάν ήταν ένα γεγονός ήσσονος σημασίας. Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης από βρετανικά και αμερικανικά αεροσκάφη (συμβάν που πραγματεύεται ο Κερτ Βόνεγκατ με τον ιδιότυπο τρόπο του στο αξέχαστο "Σφαγείο Νο 5") σκότωσε τουλάχιστον 35.000, ίσως μέχρι και 100.000, ανθρώπους. Εμπρηστικές βόμβες αφαίρεσαν όλο το οξυγόνο από την πόλη, φέρνοντας θυελλώδεις ανέμους που έκαναν τις φλόγες να λυμαίνονται τους δρόμους, σ' αυτό το φαινόμενο που ονομάστηκε πύρινη λαίλαπα.
Ο βομβαρδισμός των εργατικών συνοικιών των γερμανικών πόλεων -με φόρο αίματος που έφτασε ίσως το μισό εκατομμύριο νεκρούς- υπήρξε συνειδητή επιλογή του Ουίνστον Τσόρτσιλ και των συμβούλων του, με την οποία συμφώνησε η αμερικανική ανώτερη διοίκηση, για να σπάσουν το ηθικό του γερμανικού έθνους.
Οσο περισσότερα διάβαζα, όσο περισσότερο σκεφτόμουν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο ενισχυόταν η πίστη μου ότι η ατμόσφαιρα του πολέμου αποκτηνώνει όλους τους εμπλεκόμενους, γεννάει ένα φανατισμό, στον οποίο ο αρχικός ηθικός παράγοντας θάβεται κάτω από τη σωρεία των αγριοτήτων που διαπράττονται απ' όλες τις πλευρές.
Τη δεκαετία του '60 η παλιά μου πίστη σ' έναν "δίκαιο πόλεμο" κατέρρεε. Εφτανα στο συμπέρασμα ότι, ενώ σαφώς υπάρχουν στον κόσμο εχθροί της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο ίδιος ο πόλεμος είναι ο πιο άθλιος απ' όλους τους εχθρούς. Κι ότι, παρόλο που κάποιες κοινωνίες μπορούν εύλογα να ισχυριστούν ότι είναι πιο φιλελεύθερες, πιο δημοκρατικές και ανθρωπιστικές από άλλες, η διαφορά δεν είναι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογήσει τη μαζική, αδιάκριτη σφαγή που περιλαμβάνει ο σύγχρονος πόλεμος».
ΑΡΧΙΣΤΕ ΜΕ ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΦΥΣΕΙ αισιόδοξος ο αμερικανός διανοούμενος αναφέρεται στο τέλος της αυτοβιογραφίας του σε έναν κόσμο που αλλάζει, εφόσον αλλάζουν οι συνειδήσεις των ανθρώπων.
«Το φυλετικό μίσος και οι διακρίσεις βάσει του φύλου παραμένουν, ο πόλεμος και η βία εξακολουθούν να δηλητηριάζουν τον πολιτισμό μας, έχουμε μια μεγάλη κατώτερη κοινωνικά τάξη από φτωχούς κι απελπισμένους ανθρώπους, κι υπάρχει ένας βαθύς πυρήνας του πληθυσμού που είναι ικανοποιημένος με το πώς έχουν τα πράγματα και φοβάται την αλλαγή.
Αν όμως βλέπουμε μόνο αυτό, έχουμε χάσει την ιστορική προοπτική και τότε είναι σαν να γεννηθήκαμε χθες και να ξέρουμε μόνο τις καταθλιπτικές ειδήσεις στις σημερινές εφημερίδες, στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των βραδινών δελτίων.
Ας σκεφτούμε την εκπληκτική μεταμόρφωση, μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, στην ιδέα που έχει ο κόσμος για το ρατσισμό, στη θαρραλέα παρουσία των γυναικών που διεκδικούν τα δικαιώματά τους, στην αναπτυσσόμενη δημόσια αναγνώριση του γεγονότος ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν αποτελούν αξιοπερίεργα αλλά ανθρώπους που συναντάμε γύρω μας, στον μακροπρόθεσμα αναπτυσσόμενο σκεπτικισμό σχετικά με τη στρατιωτική παρέμβαση, παρά το σύντομο κύμα φιλοπόλεμης μανίας κατά τον πόλεμο του Κόλπου.
Αυτή τη μακροπρόθεσμη αλλαγή πιστεύω πως πρέπει να λάβουμε υπόψη αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε κάθε ελπίδα (...)
Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως αυτό που βλέπουμε στην παρούσα στιγμή είναι κι αυτό που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Ξεχνάμε πόσο συχνά σ' αυτόν τον αιώνα αιφνιδιαστήκαμε από τις αναπάντεχες καταρρεύσεις θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στη σκέψη των ανθρώπων, από απρόσμενες εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από την ταχεία καθίζηση συστημάτων εξουσίας που έμοιαζαν ανίκητα.
Τα δεινά που συμβαίνουν είναι επαναλήψεις δεινών που συνέβαιναν πάντα -πόλεμος, ρατσισμός, κακομεταχείριση γυναικών, θρησκευτικός και εθνικιστικός φανατισμός, πείνα. Τα καλά που συμβαίνουν είναι απρόσμενα.
Απρόσμενα κι όμως ερμηνεύσιμα βάσει κάποιων αληθειών που αντιλαμβανόμαστε πότε πότε, αλλά που τείνουμε να ξεχνάμε: Η πολιτική δύναμη, οσοδήποτε τρομερή, είναι πιο εύθραυστη απ' όσο νομίζουμε (παρατηρήστε τη νευρικότητα εκείνων που την κατέχουν).
Τους απλούς ανθρώπους μπορεί κανείς να τους εκφοβίσει για ένα διάστημα, μπορεί επίσης να τους περιπαίξει για ένα διάστημα, όμως έχουν έναν βαθιά εμπεδωμένο κοινό νου και αργά ή γρήγορα θα βρουν τρόπο να αμφισβητήσουν την εξουσία που τους καταπιέζει. Οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως βίαιοι, σκληροί ή άπληστοι, μολονότι μπορούν να γίνουν τέτοιοι. Οι άνθρωποι, παντού, θέλουν τα ίδια πράγματα: συγκινούνται από τη θέα εγκαταλελειμμένων παιδιών, άστεγων οικογενειών, θυμάτων πολέμου. Θέλουν ειρήνη, φιλία και στοργή, πέραν των φυλετικών κι εθνικών διαχωρισμών.
Η επαναστατική αλλαγή δεν έρχεται σε μία κατακλυσμική στιγμή (τέτοιες στιγμές πρέπει να τις φοβόμαστε!) αλλά σε μία ατέρμονη σειρά εκπλήξεων, διαγράφοντας μια τεθλασμένη γραμμή προς μια καλύτερη κοινωνία.
Δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε μεγαλεπήβολες, ηρωικές πράξεις για να συμμετάσχουμε στη διαδικασία της αλλαγής. Οι μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται επί εκατομμύρια ανθρώπων, μπορούν ν' αλλάξουν τον κόσμο.
Το να ελπίζει κανείς σε κακές εποχές δεν είναι ανόητα ρομαντικό. Βασίζεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη Ιστορία δεν είναι μόνο μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους, ευγένειας. Ο,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας. Αν δούμε μόνο το χειρότερο, θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και χρόνους -κι είναι τόσο πολλοί- που οι άνθρωποι φέρθηκαν εκπληκτικά, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και τη δυνατότητα να στείλουμε τη σβούρα -τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Κι αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα, και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα κακά γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη».
ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ Ο ΝΤΙΚΕΝΣ
ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ στη φτωχογειτονιά του Μπρούκλιν, στη δεκαετία του '30, ο μικρός Χάουαρντ ήταν φανατικός βιβλιοφάγος.
«Δεν υπήρχαν βιβλία στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου δεν είχε ποτέ διαβάσει ούτε ένα. Η μητέρα μου διάβαζε αισθηματικά περιοδικά. Κι οι δυο τους διάβαζαν εφημερίδα. Γνώριζαν ελάχιστα για την πολιτική, πέραν του ότι ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ήταν καλός άνθρωπος γιατί βοηθούσε τους φτωχούς.
Οταν όμως ήμουν δέκα χρονώ η "New York Post" πρόσφερε ένα σετ με τα άπαντα του Τσαρλς Ντίκενς (που εκείνοι δεν είχαν ακουστά, εννοείται). Χρησιμοποιώντας κουπόνια που έκοβαν από την εφημερίδα, έπαιρναν έναν τόμο την εβδομάδα για λίγα σεντ. Γράφτηκαν συνδρομητές γιατί ήξεραν ότι μ' άρεσε το διάβασμα. Κι έτσι διάβασα τον Ντίκενς στη σειρά με την οποία λαμβάναμε τα βιβλία, αρχίζοντας με τον "Ντέιβιντ Κόπερφιλντ", κατόπιν "Ολιβερ Τουίστ", "Μεγάλες προσδοκίες", "Τα έγγραφα Πίκγουικ", "Δύσκολοι καιροί", "Ιστορία δυο πόλεων".
Δεν ήξερα τι θέση είχε ο Ντίκενς στην ιστορία της νεότερης λογοτεχνίας, αφού ήταν ο μόνος γνωστός μου εκπρόσωπος αυτής της λογοτεχνίας. Δεν ήξερα ότι ήταν ο δημοφιλέστερος, μάλλον, μυθιστοριογράφος στον αγγλόφωνο κόσμο (κι ίσως σε όλον τον κόσμο) περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ούτε ότι ήταν μεγάλος ηθοποιός κι έκανε αναγνώσεις των έργων του προσελκύοντας πλήθη ανθρώπων, ούτε ότι, όταν στα τριάντα του, επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1842, αποβιβάστηκε στη Βοστόνη, όπου κάποιοι από τους αναγνώστες του είχαν έρθει από την άγρια Δύση, ταξιδεύοντας τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον δουν.
Αυτό που ήξερα ήταν ότι μου ξυπνούσε θυελλώδη αισθήματα. Κατ' αρχάς, οργή για την αυθαίρετη εξουσία, φουσκωμένη από τα πλούτη και διατηρημένη χάρη στο νόμο. Προπάντων όμως μια βαθύτατη συμπόνια για τους φτωχούς. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου φτωχό με την έννοια που ήταν φτωχός ο Ολιβερ Τουίστ. Δεν συνειδητοποιούσα ότι η ιστορία του με συγκινούσε τόσο επειδή η ζωή του άγγιζε χορδές της δικής μου ζωής.
Πόσο σοφός ήταν ο Ντίκενς, να κάνει τους αναγνώστες του να αισθανθούν τη φτώχεια και τη σκληρότητα μέσα από τη μοίρα των παιδιών, που δεν είχαν αγγίξει την ηλικία στην οποία οι υποκριτικές και ευκατάστατες τάξεις θα μπορούσαν να τα κατηγορήσουν ότι ήταν υπαίτια για τη μιζέρια τους.
Σήμερα, διαβάζοντας πλαδαρά, μουδιασμένα μυθιστορήματα περί "σχέσεων" ανακαλώ την αδιάντροπη διέγερση των συναισθημάτων από τον Ντίκενς, τους ξεκαρδιστικά αστείους χαρακτήρες του, τα επικά σκηνικά του -πόλεις γεμάτες πείνα κι εξαθλίωση, χώρες επαναστατημένες, όπου διακυβεύονταν η ζωή κι ο θάνατος, όχι μόνο για μια οικογένεια, αλλά για χιλιάδες(...)
Για τα γενέθλιά μου όταν έκλεινα τα δεκατρία, οι γονείς μου, που ήξεραν ότι έγραφα σε σημειωματάρια, μου αγόρασαν μία ανακατασκευασμένη/ μεταχειρισμένη γραφομηχανή Underwood. Μαζί υπήρχε κι ένα βιβλίο πρακτικής για τη μάθηση του τυφλού συστήματος και σύντομα έγραφα ανασκοπήσεις/περιλήψεις όλων των βιβλίων που διάβαζα και τις έβαζα στο συρτάρι μου. Ποτέ δεν τις έδειξα σε κανέναν. Μου έδινε χαρά και περηφάνια το να ξέρω ότι είχα διαβάσει αυτά τα βιβλία κι έγραφα γι' αυτά -σε μια γραφομηχανή».
Η ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ
ΜΟΛΙΣ είχε πάρει το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια όταν, τον Αύγουστο του 1956, ο Ζιν αποφάσισε να αναλάβει στο «μαύρο κολέγιο» Σπέλμαν της Τζόρτζια το τμήμα Ιστορίας και Κοινωνικών Επιστημών.
«Ηταν σάμπως να υπήρχε μια άγραφη, ανείπωτη συμφωνία ανάμεσα στη λευκή δομή εξουσίας της Ατλάντα και τις διευθύνουσες αρχές των κολεγίων της μαύρης κοινότητας: Εμείς οι λευκοί θ' αφήσουμε εσάς του έγχρωμους να έχετε το κολεγιάκι σας. Μπορείτε να εκπαιδεύετε τα έγχρωμα κορίτσια σας για να υπηρετούν την κοινότητα των νέγρων, να γίνονται δασκάλες και κοινωνικές λειτουργοί, ίσως ακόμη και γιατροί και δικηγόροι. Δεν θα σας πειράξουμε. Μπορείτε ακόμη και να έχετε κάποιους λευκούς στο προσωπικό σας. Τα Χριστούγεννα, κάποιοι από μας τους λευκούς μπορεί να έρθουμε στο Σπέλμαν και ν' ακούσουμε την περίφημη χορωδία του. Ως αντάλλαγμα, εσείς δεν θ' ανακατεύεστε με τον δικό μας τρόπο ζωής.
Επικυρώνοντας και συμβολικά αυτή τη συμφωνία, ο χώρος του κολεγίου περιβαλλόταν από έναν πέτρινο τοίχο ύψους τριάμισι μέτρων, που σε κάποια σημεία έδινε τη θέση του σε αγκαθωτό συρματόπλεγμα.
(...) Ημουν ήδη ένα εξάμηνο στο Σπέλμαν, όταν, τον Ιανουάριο του 1947, οι φοιτήτριές μου κι εγώ είχαμε μια μικρή αντιπαράθεση με το νομοθετικό σώμα της Τζόρτζια. Είχαμε αποφασίσει να παρακολουθήσουμε μια συνεδρία του. Ο σκοπός μας ήταν απλώς να δούμε τους νομοθέτες να κάνουν τη δουλειά τους. Οταν όμως φτάσαμε, είδαμε κάτι που έπρεπε να περιμένουμε: ότι υπήρχε ένας μικρός χώρος στο πλάι της αίθουσας με την ένδειξη: "έγχρωμοι". Οι φοιτήτριες το συζήτησαν για λίγο κι αποφάσισαν ν' αγνοήσουν τα σήματα και να καθίσουν στον κεντρικό χώρο, που ήταν λίγο-πολύ άδειος. Μόλις η ομάδα μας, περίπου 30 άτομα, κάθισε στις θέσεις, ξέσπασε πανικός. Το νομοσχέδιο περί αλιείας λησμονήθηκε. Ο πρόεδρος του Σώματος έμοιαζε να είχε πάθει κρίση αποπληξίας. Ορμησε στο μικρόφωνο και φώναξε, "Αραπίνες, πηγαίνετε στο χώρο σας! Στην Πολιτεία της Τζόρτζια έχουμε διαχωρισμό".
Τα μέλη του νομοθετικού σώματος είχαν τώρα σηκωθεί όρθια και μας φώναζαν, αντηχώντας αλλόκοτα στη μεγάλη, θολωτή αίθουσα. Η αστυνομία δεν άργησε να φανεί και να προχωρήσει απειλητικά προς το μέρος μας. Και πάλι το συζητήσαμε, ενώ η ένταση στην αίθουσα αυξανόταν. Αποφασίσαμε να βγούμε στον προθάλαμο κι έπειτα να ξαναμπούμε και να καθίσουμε στο χώρο για τους "έγχρωμους", εμού συμπεριλαμβανομένου.
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια από εκείνες τις παράξενες σκηνές που δημιουργούνταν συχνά από τα παράδοξα του ρατσιστικού όσο και αβρού Νότου. Ηρθε προς το μέρος μου ένας φρουρός και με ατένισε πολύ προσεκτικά, προφανώς επειδή αδυνατούσε να αποφανθεί αν ήμουν "λευκός" ή "έγχρωμος", και κατόπιν ρώτησε από πού προερχόταν αυτή η ομάδα επισκεπτών. Του απάντησα. Αμέσως μετά, ο πρόεδρος του Σώματος πήγε στο μικρόφωνο, διακόπτοντας και πάλι κάποιον νομοθέτη και δήλωσε με επίσημο τόνο, «Τα μέλη του νομοθετικού σώματος της Πολιτείας της Τζόρτζια θα ήθελαν να απευθύνουν ένα θερμό καλωσόρισμα προς την επισκεπτόμενη αντιπροσωπεία του Κολεγίου Σπέλμαν"».
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΠΑΡΗ ΣΠΙΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ του Γιώργου Διαλεγμένου προς το Νίκο Παπατάκη
Ρώτησα «τι συμβαίνει εδώ ρε παιδιά;», και μου είπαν ότι κάποιος σκηνοθέτης Γάλλος κάνει οντισιόν για το καστ στην ταινία του. Ετοιμάζομαι να φύγω γιατί θα αργούσα στην πρόβα, όταν ο Γιώργος Εμιρζάς, που ήταν βοηθός του Παπατάκη και με ήξερε λίγο, μού λέει: Γιατί δεν θέλεις να σε δει και σένα;
- Δεν έχω καιρό να περιμένω στη σειρά.
- Θα σε γράψω να σε δει πρώτο, σε λίγο αρχίζουμε.
- Εντάξει, του λέω. Ανέβηκα στη σκηνή και είπα ένα δεκάλεπτο μονόλογο από το «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς, που τον είχα πρόχειρο στο μυαλό, μιας και με αυτόν είχα δώσει απολυτήριες εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης, όπου σπούδαζα.
Πήρα το ρόλο ερήμην μου
Οταν τελείωσα, μου λέει ο Παπατάκης: Μπορείς να το ξαναπαίξεις; Οχι, του είπα, γιατί δεν είχα καιρό. Εφυγα χωρίς να ξανασκεφτώ αυτή τη συνάντηση. Οταν ξαφνικά, μετά έξι μήνες, πήρα ένα τηλεφώνημα για να περάσω από κάποιο γραφείο, λέει, που με ήθελαν. Πήγα. Εκεί ήταν ο Παπατάκης με άλλους 4-5 άνδρες, νόμιζα ότι ήμουνα στην Ασφάλεια για κάποια ανάκριση. Γιατί έπιασε και το μάτι μου και κάτι κρυφονοήματα.
Οση ώρα μού μιλούσε ο Παπατάκης, ο αδελφός του με φωτογράφιζε. Τώρα, έλεγα μέσα μου, θα μού πάρουν και τα αποτυπώματα και ο Παπατάκης θα μου δώσει την πρώτη σφαλιάρα. Τα άλλα δεν έχουν σημασία. Είχα πάρει το ρόλο του Θάνου σχεδόν ερήμην μου, όπως όλα τα ωραία πράγματα που έρχονται όταν δεν τα κυνηγάς.
Η πρώτη εντύπωση που μού έδωσε αυτός ο άνθρωπος ήταν ότι είχε μια πολύ ωραία κίνηση το σώμα και τα χέρια του. Ηταν σαν να περπάταγε μέσα σε νερό ή σαν να μην είχε βαρύτητα. Το έχουνε πολύ αυτό οι μιγάδες, γιατί ο Παπατάκης ήταν από πατέρα Ελληνα και μητέρα Αιθιόπισσα. Εχω πάντα τη συνήθεια να χωρίζω τους ανθρώπους σε πετούμενα, ερπετά, υδρόβια κ.λπ. Τον ποιητή Μάνο Ελευθερίου τον έχω κατατάξει στις σκνίπες. Τον γιο της γυναίκας μου Σοφίας, στο αλογάκι της Παναγίτσας. Ο Παπατάκης ανήκει στα αιλουροειδή. Είχε ένα χαμόγελο που έκρυβε πάντα κάποια ειρωνεία για τα πράγματα που συνέβαιναν γύρω του, τουλάχιστον όταν βρισκόταν στην Ελλάδα. Ενώ γνώριζε τι σημαίνει διαπραγμάτευση με τον Ελληνα, πάντα έμενε άναυδος και έκπληκτος και γέλαγε. Τον εκτιμούσα αφάνταστα για τη στάση ζωής του, για την οξυδέρκεια του πνεύματός του και για την βάναυση κριτική ματιά, που ασκούσε σε κάθε τι που τον ενοχλούσε. Και τον ενοχλούσαν πάρα πολλά. Πάντα βούταγε τις φράσεις του μέσα σε ένα αδιόρατο χαμόγελο, που δεν σου άφηνε περιθώρια να σκεφτείς το αντίθετο.
Σαν να χόρευε μπαλέτο
Ο Παπατάκης για μένα ήταν μια αφετηρία για τη μετέπειτα εξέλιξη του χαρακτήρα μου, ή μάλλον μού εδραίωσε ακλόνητα αυτό που είχα μέσα μου. Τον θυμάμαι στα γυρίσματα των «Βοσκών» πώς πρόσεχε κάθε μέρα το ντύσιμό του, απλό, καλόγουστο, χωρίς εκζήτηση. Φόρουσε πολλές φορές μαύρο μακό φανελάκι με λαιμό ζιβάγκο και από πάνω μαύρο πουκάμισο ή στο χρώμα της αεροπορίας με εφαρμοστό κολλητό κοτλέ παντελόνι σε χρώμα μπεζ. Πολλές φορές λες και ήταν βγαλμένος από κάποιο μπαλέτο, τόσο ωραία ήταν η κίνηση του σώματός του. Δεν παρίστανε τίποτα ή μάλλον παρίστανε τον Παπατάκη, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς.
Στα γυρίσματα της ταινίας, που έγιναν στη Χασιά, στα Μέγαρα και στη Βάρη, ήταν ακραία επιθετικός. Μπορούσε να πάει ένα πλάνο όλη μέρα και να μην προχωράει παρακάτω αν δεν ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Πριν πει μοτέρ, «action», μου ψιθύριζε κολλημένος στην κάμερα όταν μου έπαιρνε κοντινό: «Το απλούστερο, το καλύτερο».
Πώς έφυγα από τα γυρίσματα
Εβλεπα την αγωνία του να προσπαθεί να σου βγάλει ό,τι πιο δυνατό έχεις μέσα σου. Πολλές φορές ρώταγε τον διευθυντή φωτογραφίας τι μπομπίνες έχουμε ακόμη. Εχουμε αρκετές, του έλεγε. Και ο Παπατάκης ανταπαντούσε: Θα μας φτάσουν; Εχουμε ένα δύσκολο πλάνο ενάμισι λεπτού. Εγώ δεν τα πήγαινα καλά μαζί του. Γιατί σε κάποιο βραδινό γύρισμα δεν έβγαζα αυτό που μου ζητούσε και με είπε «μπαγκαμπόντ» δημόσια, σε πολύ κόσμο, κομπάρσους, ηθοποιούς, συνεργείο, περίεργους κ.λπ. γιατί «δέχτηκα το ρόλο χωρίς να μπορώ να τον φέρω εις πέρας». Είναι, όποιος έχει δει την ταινία, η σκηνή της εκκλησίας που γονατιστός παρακαλώ το αφεντικό μου (Δήμος Σταρένιος) να με συγχωρέσει.
Την άλλη μέρα έφυγα από τα γυρίσματα, ξύπνησε μέσα μου του Βοτανικού ο μάγκας. Τα γυρίσματα σταμάτησαν για 3-4 μέρες. Καταλαβαίνετε τον πανικό; Πρόγραμμα, οργάνωση, όλα πίσω. Μικροκαταστροφή οικονομική. Εφυγα ώσπου να μου περάσει ο θυμός. Μετά μου εξήγησε ο Παπατάκης ότι έπρεπε στη σκηνή αυτή να με ξεφτιλίσει μπροστά σε όλους για να γράψει η κάμερα. Ηταν μια πολύ δύσκολη σκηνή, που τον βασάνιζε μέρες, παραδέχτηκε. Η κάμερα ήθελε την ταπείνωσή μου στο πρόσωπο, στα μάτια, στο δέρμα μου, στην κίνησή μου, στις παύσεις μου και όχι στην ψυχή μου, που δεν φαινόταν.
Η κάμερα δεν χορταίνει
«Δεν θέλω να μου παίξεις τον ταπεινωμένο, αυτό μας το έδειξες σε πέντε λήψεις και το κάνεις πάρα πολύ καλά. Η κάμερα θέλει να σε δει να ταπεινώνεσαι αληθινά. Η κάμερα δεν χορταίνει όσα και να της δώσει ο ηθοποιός. Κατάλαβέ το», μου έλεγε. «Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο. Πρέπει να ταπεινωθείς τόσο, όσο δεν πάει άλλο. Πάμε κλακέτα, sil vous plait, 14η λήψη, σκηνή εκκλησίας, βράδυ. Action».
Εχω ακόμα μετά τόσα χρόνια τη φωνή του με κείνο το γαλλικό αξάν στα αφτιά μου. Φυσικά, από τότε ήρθαμε πιο κοντά σαν άνθρωποι, γιατί όταν είδα το πλάνο στο στούντιο γύρισα και τον φίλησα. Αυτός χαμογέλασε χωρίς να μου πει τίποτα και 'γώ τον ξαναφίλησα. Δακρύζω στη σκοτεινή αίθουσα, πώς μπόρεσε να μου βγάλει όλη αυτή τη δύναμη της ταπείνωσης, άπειρος όπως ήμουνα, μέσα σε τόσο κόσμο που είχε το πλάνο. (Βραδινό, Πάσχα, Ανασταση). Δεν μου ξανασυνέβη ποτέ στην πορεία μου ως ηθοποιός.
Σ' ένα άλλο πλάνο, κάπου στα Μέγαρα, με έβαλε να τρέχω πίσω από ένα ξεσκέπαστο φορτηγάκι, με την κάμερα να με τραβάει. Το φορτηγάκι άνοιγε ταχύτητα κι εγώ έπρεπε να κρατάω την ίδια απόσταση με την κάμερα. Ηταν τέτοια η κούρασή μου από τις συνεχόμενες λήψεις, που στο τέλος κατούρησα αίμα. Φυσικά, δεν του το είπα γιατί δεν θα τον ενδιέφερε, μιας και ο ίδιος στα γυρίσματα φλεγόταν ολόκληρος. Τη σκηνή αυτή την έκοψε γιατί κάτι δεν του πήγαινε τελικά στο μοντάζ.
Στον Παπατάκη πρέπει να χρωστάμε πολλά. Ηταν μια σταθερή αξία, που όποιος ήταν κοντά του μόνο έπαιρνε. Ηταν μια εμβληματική μορφή, όμως η χώρα μας δεν τον εκτίμησε και δεν τον εκμεταλλεύτηκε. Πέρασε από 'δώ και δεν πήραν χαμπάρι τα πολιτικά ζωντόβολα, που κυβερνούν την Ελλάδα χρόνια τώρα, που με τη βοήθεια πάντα των κανίβαλων του εκλογικού σώματος φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.
Τέλος, ήταν αυτός που με σύστησε στα μεγάλα περιοδικά μόδας στο Παρίσι και πόζαρα στα Elle, Lui, "Εικοσάχρονος", "Vogue" κλπ. για να βγάζω χρήματα στα δύσκολα χρόνια. Εβγαζα αρκετά, μέχρι που λέγανε ότι με τροφοδοτούσε η χούντα για να καρφώνω τους αντιστασιακούς. Ο Νίκος Κούνδουρος, όμως, με ξέρει καλά που ήμασταν εκεί, στο Παρίσι.
Δέρνοντας με βίτσα την Καρλάτος
Αυτή ήταν η μια πλευρά του Παπατάκη. Από την άλλη, γιατί είχε κι άλλη πλευρά όπως έχουμε όλοι μας, πολλές φορές στα γυρίσματα έδειχνε τέτοια σκληρότητα, που δεν συναντάς σε άνθρωπο. Θυμάμαι ακόμα ένα γύρισμα στη Χασιά, με πέντε βαθμούς υπό το μηδέν, την Ολγα Καρλάτος, γυναίκα του τότε, με καλοκαιρινό μπλουζάκι και μίνι φούστα, σε κακοτράχαλα βουνά και ξυπόλητη, να γυρίζουμε ένα πλάνο που τη δέρνω με μια βίτσα για να προχωρήσει. Θεέ μου!!! Τι ξύλο ήταν αυτό. Μόνο και μόνο για να γράψει η κάμερα τον πόνο της. Τρεις βίτσες έσπασαν επάνω της και το πλάνο δεν έβγαινε, όπως το ήθελε ο Παπατάκης. Κάθε φορά στην επανάληψή του, με έπαιρνε ιδιαίτερα και μου έλεγε: «Πιο δυνατά χτύπα την, κάν' την να ουρλιάζει, δεν εκφράζεται το πρόσωπό της». Είχα πάθει πλάκα από την παγωνιά και το ξύλο. Νόμιζα πως καυλώνει με το να βλέπει να δέρνω τη γυναίκα του τόσο άγρια στα γυμνά της μπούτια, και ξανά και πάλι. Πόσες λήψεις, Θεέ μου! Ισως γι' αυτό και η Ολγα δεν με ξέχασε ποτέ. Οταν έρχεται στην Ελλάδα περνάει να με δει στο Αγκίστρι, που έχει σπίτι ο αδελφός της. Θυμόμαστε τι τραβήξαμε και γελάμε.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Ο,τι και να πεις για τον Παπατάκη στο τέλος θα τελειώσεις με έναν θαυμασμό για τον άνθρωπο, τον καλλιτέχνη, τον αγωνιστή, τον ωραίο νέο που ξετρέλαινε στα νιάτα του, αλλά και αργότερα, το Σεν Ζερμέν. Ενας άνθρωπος στον πλανήτη Γη από Ελληνα πατέρα και Αιθιόπισσα μητέρα.
Εγώ, όμως, θα τον θυμάμαι και γιατί, ακόμα, στο Παρίσι ήταν αυτός που με έριξε για ένα φεγγάρι στην αγκαλιά μιας άλλης Ολγας, της Ολγας Ζορζ-Πικό, πρωταγωνίστριας τότε του Αλέν Ρενέ στο φιλμ «Αντίο φίλε». Ετσι θέλω να κλείσω εδώ και εγώ το σημείωμά μου: «ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ».Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010
Filmmaker Jafar Panahi must not return to prison!

We have just learnt, with great anger and concern, about the judgement of the Court of the Islamic Republic in Teheran, heavily condemning Iranian filmmaker Jafar Panahi.
The sentence: six years of imprisonment without remission, accompanied by a ban of twenty years on writing and making films, giving interviews to the press, leaving the territory, or communicating with foreign cultural organisations.
Another filmmaker, Mohammed Rassoulov, has been likewise sentenced to six years in prison. Jafar Panahi and Mohammed Rassoulov are going to join the many prisoners now rotting in jail in Iran in a state of total distress. Some are on hunger strikes, while others are gravely ill.
What does the Iranian government reproach Jafar Panahi with? Having conspired against his country and carried out a campaign hostile to the Iranian regime.
The truth is that Jafar Panahi is innocent and his only crime is wishing to continue to freely exercise his profession as a filmmaker in Iran. Over the last few months the Iranian government has put into place against him nothing short of a machine of war in order to destroy him, while locking him up to silence him.
Jafar Panahi is a renowned filmmaker and his films have been shown all over the world. Invited by the greatest film festivals in the world (Cannes, Venice, Berlin), he is today prevented from pursuing his work as a filmmaker. The heavy sentence inflicted upon Jafar deprives him of his freedom, while preventing him both physically and morally from carrying out his work as a filmmaker. Henceforth, he must remain silent, refrain from any and all contact with his fellow filmmakers both in Iran and anywhere else in the world.
Through this sentence inflicted upon Jafar Panahi, it is manifestly all of Iranian cinema which is targeted.
This sentence both revolts and scandalises us. So, let us call upon all filmmakers, actors and actresses, screenwriters and producers, all motion-picture professionals as well as every man and woman who loves freedom and for whom human rights are fundamental, to join us in demanding the lifting of this sentence.
Join the call alongside of le Festival de Cannes, la SACD, la Cinémathèque française, l'ARP, la Cinémathèque suisse, le Festival international du film de Locarno, le Forum des images, Positif, la SRF, les Cahiers du cinéma, Citéphilo (Lille), France culture, la Mostra Internazionale d'Arte Cinematogafica di Venezia, Culturesfrance.
Σε έξι χρόνια φυλάκιση και 20 χρόνια «σιωπής» καταδικάστηκε ο σκηνοθέτης
Οι μουλάδες εξοντώνουν τον Παναχί
Ο διάσημος Ιρανός σκηνοθέτης Τζαφάρ Παναχί καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση και σε 20 χρόνια απόλυτης καλλιτεχνικής σιωπής.
Ο Τζαφάρ Παναχί στην απολογία του στο δικαστήριο ζήτησε «ένα δίκαιο καθεστώς, χωρίς διακρίσεις» Δεν θα μπορεί να γράφει σενάρια, να γυρίζει ταινίες, να ταξιδεύει στο εξωτερικό και να μιλάει στα μίντια.
Η είδηση προκάλεσε διεθνή σάλο. Στη Γαλλία σήμανε επιστράτευση για τη σωτηρία του -έχει δικαίωμα σε έφεση. Την «αγανάκτησή» του εξέφρασε ο υπουργός Πολιτισμού Φρεντερίκ Μιτεράν. Ο γενικός διευθυντής του Φεστιβάλ των Κανών Τιερί Φρεμό κάλεσε την κινηματογραφική κοινότητα σε «άμεση δράση» και ανέλαβε τη δημιουργία επιτροπής στήριξης με πρόεδρο τον Μπερτράν Ταβερνιέ.
Σε έξι χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε και ο νεαρός βοηθός του Παναχί, Μοχάματ Ραζούλοφ. Ο σκηνοθέτης του «Λευκού μπαλονιού» και του «Κύκλου», θερμός υποστηρικτής του «Πράσινου κινήματος», συνελήφθη τον Ιούλιο του 2009 επειδή συμμετείχε στις διαδηλώσεις εναντίον της αμφιλεγόμενης εκλογής Αχμαντινετζάντ. Την 1η Μαρτίου 2010 συνελήφθη και πάλι, μαζί με τη σύζυγο, την κόρη του και άλλα 16 άτομα, στο σπίτι του, με την κατηγορία ότι «ετοίμαζε ταινία εναντίον του καθεστώτος με θέμα τα μετεκλογικά γεγονότα».
Εμεινε στη φυλακή Εβιν της Τεχεράνης 85 μέρες και έκανε απεργία πείνας. Πριν απελευθερωθεί στις 24 Μαΐου καταβάλλοντας 200 χιλιάδες εγγύηση, είχαν ξεσηκωθεί ζητώντας την απελευθέρωσή του από το Φεστιβάλ των Κανών μέχρι τους σταρ του Χόλιγουντ (Σκορσέζε, Σπίλμπεργκ, Ιστγουντ, Κοέν, Κόπολα, Στόουν κ.ά.).
Ο 50χρονος σκηνοθέτης αρνείται ότι σκόπευε να γυρίσει αντικαθεστωτική ταινία. Αλλωστε οι ταινίες του, όσο πολιτικές κι αν ήταν, είχαν κυρίως αιχμές για την απαράδεκτη κατάσταση των γυναικών στο Ιράν (ο «Κύκλος», Χρυσό Λιοντάρι το 2000, και «Οφ σάιντ», Αργυρή Αρκούδα το 2006).
Στην απολογία του στο δικαστήριο (7 Νοεμβρίου) ο Παναχί αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες. «Οταν κατηγορείτε εμένα, κατηγορείτε ολόκληρο το στρατευμένο, κοινωνικό και ανθρωπιστικό ιρανικό σινεμά», τόνισε. «Το σινεμά, που δεν κρίνει ούτε μπαίνει στην υπηρεσία της εξουσίας και του χρήματος, αλλά κάνει ό,τι μπορεί για να συλλάβει μια πραγματική εικόνα της κοινωνίας. Οταν κάνεις τους καλλιτέχνες αντιπαραγωγικούς και στείρους, καταστρέφεις κάθε μορφή σκέψης και δημιουργικότητας».
Και κατέληξε με ένα «κατηγορώ» του ολοκληρωτικού καθεστώτος της πατρίδας του.
«Είμαι Ιρανός και θέλω να ζήσω και να δουλέψω στο Ιράν. Αγαπώ την πατρίδα μου και πλήρωσα ήδη το κόστος αυτής της αγάπης. Πιστεύω βαθιά στο δικαίωμα του "άλλου", στη διαφορά και στην ανεκτικότητα, που σε εμποδίζει να κρίνεις και να μισείς. Δεν μισώ κανέναν, ούτε τους ανακριτές μου. Η Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο έχει υπομονή. Οι μικρές ιστορίες που περνάνε από μπροστά της δεν είναι ασήμαντες. Ανησυχώ για τις γενιές που έρχονται. Η χώρα μας είναι ευάλωτη. Μόνο η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος δικαίου για όλους, χωρίς διάκρισεις εθνικότητας, θρησκείας ή πολιτικής άποψης, θα μας προστατεύσει από τον πραγματικό κίνδυνο ενός μέλλοντος χαώδους και μοιραίου».
από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 22/12/2010
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
ΣΙΝΕΜΑ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ, ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΑ
Το Χαμζάρ Μπέη Τζαμί ή πιο γνωστό ως Αλκαζάρ στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 ήταν κινηματογράφος και μάλιστα ταινιών πορνό. «Οταν το 1982 μας ζήτησαν από τα «Δημήτρια» να συμμετάσχουμε στο φεστιβάλ με τους «Χειμερινούς Κολυμβητές», δεχτήκαμε, με τη συμφωνία η συναυλία να γίνει στο Αλκαζάρ. Πράγματι παίξαμε και μετά ο κινηματογράφος συνέχισε το πρόγραμμά του με μια ταινία».
Εσωτερικο από το Γενί τζαμί (τελη 16ου-αρχες 17ου αι.) στην Κομοτηνή.
Αυτά μας τα διηγείται ο Αργύρης Μπακιρτζής, που εκτός από τραγουδοποιός είναι αρχιτέκτονας της 12ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΤ. Στην καριέρα του μάλιστα αντιμετώπισε πολλές φορές την πρόκληση της αναστήλωσης ενός οθωμανικού τζαμιού. «Ηταν η πρώτη φορά που το Αλκαζάρ εντάχθηκε με έναν άλλον τρόπο στη ζωή της πόλης και μάλλον το έναυσμα για να αρχίσουν αργότερα τα προγράμματα αποκατάστασης του μνημείου» επισημαίνει. Και προσθέτει: «Εάν ένα χριστιανικό μνημείο σε μη ελληνικό έδαφος μετατρεπόταν σε σινέ-πορνό, αντιλαμβάνεστε ότι θα ήταν μέγα θέμα». Σκεφθείτε δε ότι το εν λόγω τζαμί, σύμφωνα με την κτητορική του επιγραφή είναι ο αρχαιότερος ισλαμικός ευκτήριος οίκος που χτίστηκε στη Θεσσαλονίκη (1467-8).
Αυτά όμως ανήκουν στο παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια η φροντίδα των οθωμανικών μνημείων από το ελληνικό κράτος, αλλά και η μελέτη τους, αποκτά πιο τακτικό και συστηματικό χαρακτήρα. Η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοση δύο συλλογικών τόμων για τα οθωμανικά μνημεία στην Ελλάδα αποδεικνύει αυτή την αλλαγή. Το 2008 κυκλοφόρησε η έκδοση της εταιρείας Αίμος «Η συντήρηση και αποκατάσταση των οθωμανικών μνημείων στην Ελλάδα», με επιμέλεια της αν. καθηγήτριας αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ Αιμιλίας Στεφανίδου, και το 2009 ο τόμος του υπουργείου Πολιτισμού «Η οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα».
Η πρόσφατη έγκριση από το ΚΑΣ της μελέτης που υπογράφει ο Α. Μπακιρτζής για την αποκατάσταση του τζαμιού Μεχμέτ Τσελεμπί στο Διδυμότειχο, ένα από τα παλαιότερα (χτίστηκε το 1421) και μεγαλύτερα οθωμανικά τεμένη της Ευρώπης, που βρισκόταν σε χρόνια εγκατάλειψη, ήρθε να προσθέσει ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ. Την ίδια χρονική περίοδο πληθαίνουν οι φωνές που ζητάνε την ανέγερση τζαμιού στην Αθήνα για την τέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων της μουσουλμανικής κοινότητας. Και μπορεί τα δύο γεγονότα να μη συσχετίζονται άμεσα, αφού ένα τζαμί που αναστηλώνεται δεν μπορεί να παραχωρηθεί ως χώρος προσευχής, εφ' όσον είναι πια διατηρητέο μνημείο, αλλά αναδεικνύουν εύγλωττα τη ανάγκη της διαπολιτισμικής αποδοχής, αναγνώρισης και συνεννόησης.
Αργησαν οι αναστηλώσεις
Είναι αλήθεια ότι, αν και τα οθωμανικά μνημεία αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας, αυτό άργησε να γίνει αποδεκτό, και κοινωνικά, και ως κρατική πολιτική. Βέβαια, επίσημα οι καταγραφές και κηρύξεις τέτοιων κτισμάτων ως μνημείων ξεκίνησαν από τη δεκαετία του '20. Αλλά στην πράξη πολλά εγκαταλείπονταν στη φθορά, άλλα γκρεμίζονταν και άλλα δέχονταν μη συμβατές χρήσεις. Εντούτοις πολλές καταγραφές και αποτυπώσεις οφείλονται στον Αναστάσιο Ορλάνδο, ο οποίος, ώς διευθυντής Αναστήλωσης από το 1916 ως το 1958, κατέγραψε τον μνημειακό πλούτο σε όλη την Ελλάδα και φυσικά και τον οθωμανικό.
Επειδή, όμως, τα πιο εμβληματικά είναι τα θρησκευτικά μνημεία, εκεί καταγράφονται και οι μεγαλύτερες καταστροφές. Η Αιμιλία Στεφανίδου σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μετά την απελευθέρωση, το νέο κράτος, προσπαθώντας να αποβάλει τα σύμβολα των κατακτητών, καταστρέφει κατ' αρχήν του θρησκευτικούς χώρους των μουσουλμάνων και μάλιστα τα πιο χαρακτηριστικά τμήματά τους, τους μιναρέδες».
Στη Φλώρινα, λόγου χάριν, το 1926, με εντολή των αρχών, κατεδαφίστηκαν τα πέντε από τα επτά τζαμιά της πόλης. Κάτω από εθνοθρησκευτικές αντιλήψεις στην περίοδο της επταετούς δικτατορίας κατεδαφίζονται πολλά τζαμιά. Αλλα κατεδαφίστηκαν για τη διενέργεια ανασκαφών, ειδικότερα στον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού που επικρατούν κλασικιστικές αντιλήψεις. Αργότερα οι νέες οικιστικές, πολεοδομικές και ρυμοτομικές ανάγκες των πόλεων οδηγούν σε μερική ή ολική καταστροφή μνημείων, μεταξύ αυτών και οθωμανικών. Κάποια κατεδαφίζονται για να χτιστούν δημόσια κτίρια, τράπεζες, ακόμα και εμπορικά καταστήματα (π.χ. το Μολλά Τζαμί στη Δράμα γκρεμίστηκε το 1927 και στη θέση του βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα), ή για να ανοιχθούν δρόμοι.
Οσα τζαμιά δεν κατεδαφίζονται παίρνουν διάφορες χρήσεις. Τη δεκαετία του '20 πολλοί ιεροί χώροι των μουσουλμάνων μετατρέπονται σε χριστιανικούς -το τζαμί Ιμπραήμ Πασά στην Καβάλα είναι η σημερινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Υπήρξε το μεγαλύτερο τέμενος της πόλης (χτίστηκε το 1530) και το συνοδεύει η πικάντικη ιστορία του ιδρυτή του, του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος υπήρξε κουνιάδος, βεζίρης, αλλά και εραστής του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη. Οταν η γυναίκα του Σουλεϊμάν τον δολοφόνησε, επονομάστηκε Ευνοούμενος ή Εκτελεσμένος. Κάποια άλλα τζαμιά στεγάζουν δημόσιες λειτουργίες, πολλά τα βρίσκουμε ως κινηματογράφους, ενώ κάποια δέχονται άλλες χρήσεις (ξυλουργεία, συνεργεία κ.ά.) Φυσικά υπάρχουν και εκείνα που χρησιμοποιούνται ως μουσεία, στεγάζουν αρχαιολογικές συλλογές, όπως το τζαμί Τζισδαράκι στην Πλάκα, όπου στεγάζεται συλλογή μεταβυζαντινής κεραμεικής.
Η απώλεια ή και η αλλοίωση πολλών οθωμανικών τέμενων σημαίνει όμως απώλεια πολύτιμων πληροφοριών για την ιστορική εξέλιξη των πόλεων, καθώς αυτά τα κτίρια κατείχαν κομβική θέση στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική ζωή μιας πόλης. Γι' αυτό και στα πολεοδομικά σχέδια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης τον 19ο αιώνα οι μελετητές (Κλεάνθης-Σάουμπερτ-Κλέντζε και Εμπράρ-Μώσον αντίστοιχα) περιλαμβάνουν τα οθωμανικά μνημεία. Ο υπουργός Συγκοινωνιών της κυβέρνησης Βενιζέλου το διάστημα 1917-1922, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, αντιδρά στην κατεδάφιση των μιναρέδων και γράφει: «είναι εθνικόν κτήμα, έχουν αξία και πρέπει να μένουν σεβαστά».
Συνήθως οι τοπικοί παράγοντες ήταν φορείς πιο συντηρητικών θέσεων και συχνά έρχονται σε αντίθεση είτε με τις πολιτικές αρχές, είτε συχνότερα με την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Πάντως οι αντιδράσεις αρχαιολόγων και φορέων δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το 1971 την κατεδάφιση στο Ηράκλειο του τζαμιού Βαλιδέ, το οποίο δεν έφτανε που ήταν οθωμανικό, αλλά πριν γίνει οθωμανικό ήταν και ενετικό, ο ναός του Σωτήρος-San Salvador.
Επιθέσεις και διαμαρτυρίες
Εκτοτε, άλλαξαν πολλά και κυρίως οι αντιλήψεις. Ο Α. Μπακιρτζής μας μεταφέρει για το πολύ σπουδαίο τζαμί στο Διδυμότειχο: «Ο δήμος, διαμέσου του δημάρχου, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την αποκατάσταση του μνημείου. Τεράστια αλλαγή, αν σκεφτείτε ότι το 1975 αρκετοί ζητούσαν να γκρεμιστεί. Αυτή τη στιγμή και η τοπική κοινωνία περιμένει να το δει αποκατεστημένο και μας λέει μπράβο».
Και, επειδή η κοντόθωρη αντίληψη έχει πολλές εκδοχές, ο ίδιος θυμάται ότι «το 1960 στην Καβάλα γκρεμίστηκε η εκκλησία της Παναγίας, διότι ήταν μεταβυζαντινή, άρα τούρκικη!» Φυσικά δεν έχουν εκλείψει ούτε σήμερα οι εκφραστές των πιο ακραίων και φανατισμένων αντιλήψεων. Επιθέσεις γίνονται στον τεκέ των Τεμπών το 1997, σε τζαμί της Ξάνθης το 2009, ενώ διαμαρτυρίες εκφράζονται για την αποκατάσταση του τζαμιού της Ελασσόνας το 1995, του Γενί Τζαμιού της Μυτιλήνης το 2005. Ωστόσο τέτοιες αντιλήψεις και συμπεριφορές εκπροσωπούν μικρό κομμάτι της κοινωνίας.
Αυτή τη στιγμή η επίσημη πολιτεία έχει κηρύξει διατηρητέα περισσότερα από 400 οθωμανικά μνημεία, από τα οποία περίπου τα 100 είναι τζαμιά και μιναρέδες. Ο πραγματικός αριθμός αυτών των κτιρίων στον ελλαδικό χώρο προφανώς και ήταν μεγαλύτερος, αν σκεφτούμε ότι η οθωμανική παρουσία ξεκίνησε το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα και έληξε ολοκληρωτικά στις αρχές του 20ού. Τα κοινοτικά πακέτα στήριξης, κυρίως τα Β' και Γ' ΚΠΣ αποτέλεσαν την πηγή χρηματοδότηση πολλών έργων αποκατάστασης και επανάχρησης γενικότερα οθωμανικών μνημείων και φυσικά τεμενών. Το πρόσφατα αποκατεστημένο τζαμί της Ναυπάκτου θα στεγάσει τη βυζαντινή συλλογή της πόλης. Το τζαμί της Λάρισας στεγάζει το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται πλήθος οθωμανικών μνημείων, μετά τους σεισμούς του 1978, εκπονούνται συστηματικά προγράμματα αναστήλωσης και έχουν αναστηλωθεί το τέμενος Χαμζά Μπέη, το Γενί Τζαμί, το Αλατζά Ιμαρέτ, όπου στα δύο τελευταία φιλοξενούνται εκδηλώσεις της πόλης. Στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα επίσης εκπονούνται ανάλογα προγράμματα. Στο τζαμί Καρά Μουσά του Ρεθύμνου, μετά την αποκατάστασή του, θα φιλοξενηθεί ψηφιακή βάση δεδομένων των οθωμανικών μνημείων της Κρήτης, στον προκειμένη περίπτωση μια χρήση απολύτως ταιριαστή με τον χώρο. Το περίφημο Οσμάν Σαχ Τζαμί στα Τρίκαλα, που έγινε με σχέδια του ελληνικής καταγωγής σημαντικού αρχιτέκτονα του 16ου αιώνα Σινάν, έχει αποκατασταθεί και παραχωρηθεί για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του δήμου. Το Φετιχέ Τζαμί στα Γιάννενα θα φιλοξενήσει έκθεση με θέμα «Η πόλη των Ιωαννίνων και ο Αλή Πασάς».
Ο κατάλογος είναι μακρύς και σίγουρα τιμητικός, όταν το επίσημο κράτος έστω και καθυστερημένα σκύβει πάνω σε αυτό το κομμάτι των υλικών μαρτυρίων της ιστορίας του τόπου, αλλά θα τολμήσουμε να πούμε ότι, ακριβώς λόγω αυτής της καθυστέρησης, παραμένει ένας κατάλογος αναντίστοιχος της τεράστιας ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας, που μένει ωστόσο να ολοκληρωθεί. *
Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΜΥΡΙΛΛΑ (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)
Συμπλοκές μεταξύ αλλοδαπών
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΧΑΪΑΣ
Πάτρα, 16 Δεκεμβρίου 2010
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Συμπλοκές μεταξύ αλλοδαπών
Σήμερα (16-12-2010) και ώρα 14.30 έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ ομάδας Αφγανών και Αφρικανών στον επιβατικό Σταθμό του ΟΣΕ Πατρών. Με την άμεση επέμβαση Αστυνομικών δυνάμεων το επεισόδιο έληξε χωρίς να σημειωθούν τραυματισμοί και υλικές ζημιές.
Περί ώρα 17.50 της ιδίας, ομάδα -150- περίπου ατόμων, Αφρικανικής καταγωγής, κινήθηκαν δια της οδού Όθωνος Αμαλίας, προς το αμαξοστάσιο του ΟΣΕ Αγ. Διονυσίου, όπου έχουν βρει προσωρινό κατάλυμα Αφγανοί μετανάστες, κρατώντας στα χέρια τους ξύλα και πέτρες και επιτέθηκαν σε αυτούς. Με την άμεση παρέμβαση Αστυνομικών δυνάμεων διαχωρίστηκαν και απομακρύνθηκαν από το σημείο.
Από τη μεταξύ τους ρίψη αντικειμένων τραυματίσθηκαν ελαφριά τρείς Αφγανοί, προκλήθηκαν φθορές σε επτά σταθμευμένα οχήματα και πυρκαγιά σε σκέπαστρο εγκαταλειμμένης καφετέριας επί της οδού Δροσοπούλου, η οποία κατεσβέσθη από Π.Υ.Πατρών.
Προανάκριση διενεργεί η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών
