Τα έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο για να τα ζυγώσεις.
Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τ' αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους
RAINER MARIA RILKE

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ του Γιώργου Διαλεγμένου προς το Νίκο Παπατάκη

Με τον Νίκο Παπατάκη συναντηθήκαμε το φθινόπωρο του 1967 σε μια οντισιόν που έκανε, για να βρει τον νεαρό που θα κρατούσε έναν σημαντικό ρόλο στη νέα ταινία που ετοίμαζε: «Οι Βοσκοί της αναταραχής». Είχα κάνει λάθος εκείνο το πρωινό και πήγα στο θέατρο «Διονύσια» (το σημερινό «Χορν») αντί να πάω στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, για την πρόβα στο έργο που ετοίμαζε ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, το «Εγκλημα και τιμωρία». Είδα πολύ κόσμο απέξω, νεαρούς φιλόδοξους και ψώνια, όλους χαρούμενους όμως, μια ωραία ατμόσφαιρα.

Ρώτησα «τι συμβαίνει εδώ ρε παιδιά;», και μου είπαν ότι κάποιος σκηνοθέτης Γάλλος κάνει οντισιόν για το καστ στην ταινία του. Ετοιμάζομαι να φύγω γιατί θα αργούσα στην πρόβα, όταν ο Γιώργος Εμιρζάς, που ήταν βοηθός του Παπατάκη και με ήξερε λίγο, μού λέει: Γιατί δεν θέλεις να σε δει και σένα;

- Δεν έχω καιρό να περιμένω στη σειρά.

- Θα σε γράψω να σε δει πρώτο, σε λίγο αρχίζουμε.

- Εντάξει, του λέω. Ανέβηκα στη σκηνή και είπα ένα δεκάλεπτο μονόλογο από το «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς, που τον είχα πρόχειρο στο μυαλό, μιας και με αυτόν είχα δώσει απολυτήριες εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης, όπου σπούδαζα.

Πήρα το ρόλο ερήμην μου

Οταν τελείωσα, μου λέει ο Παπατάκης: Μπορείς να το ξαναπαίξεις; Οχι, του είπα, γιατί δεν είχα καιρό. Εφυγα χωρίς να ξανασκεφτώ αυτή τη συνάντηση. Οταν ξαφνικά, μετά έξι μήνες, πήρα ένα τηλεφώνημα για να περάσω από κάποιο γραφείο, λέει, που με ήθελαν. Πήγα. Εκεί ήταν ο Παπατάκης με άλλους 4-5 άνδρες, νόμιζα ότι ήμουνα στην Ασφάλεια για κάποια ανάκριση. Γιατί έπιασε και το μάτι μου και κάτι κρυφονοήματα.

Οση ώρα μού μιλούσε ο Παπατάκης, ο αδελφός του με φωτογράφιζε. Τώρα, έλεγα μέσα μου, θα μού πάρουν και τα αποτυπώματα και ο Παπατάκης θα μου δώσει την πρώτη σφαλιάρα. Τα άλλα δεν έχουν σημασία. Είχα πάρει το ρόλο του Θάνου σχεδόν ερήμην μου, όπως όλα τα ωραία πράγματα που έρχονται όταν δεν τα κυνηγάς.

Η πρώτη εντύπωση που μού έδωσε αυτός ο άνθρωπος ήταν ότι είχε μια πολύ ωραία κίνηση το σώμα και τα χέρια του. Ηταν σαν να περπάταγε μέσα σε νερό ή σαν να μην είχε βαρύτητα. Το έχουνε πολύ αυτό οι μιγάδες, γιατί ο Παπατάκης ήταν από πατέρα Ελληνα και μητέρα Αιθιόπισσα. Εχω πάντα τη συνήθεια να χωρίζω τους ανθρώπους σε πετούμενα, ερπετά, υδρόβια κ.λπ. Τον ποιητή Μάνο Ελευθερίου τον έχω κατατάξει στις σκνίπες. Τον γιο της γυναίκας μου Σοφίας, στο αλογάκι της Παναγίτσας. Ο Παπατάκης ανήκει στα αιλουροειδή. Είχε ένα χαμόγελο που έκρυβε πάντα κάποια ειρωνεία για τα πράγματα που συνέβαιναν γύρω του, τουλάχιστον όταν βρισκόταν στην Ελλάδα. Ενώ γνώριζε τι σημαίνει διαπραγμάτευση με τον Ελληνα, πάντα έμενε άναυδος και έκπληκτος και γέλαγε. Τον εκτιμούσα αφάνταστα για τη στάση ζωής του, για την οξυδέρκεια του πνεύματός του και για την βάναυση κριτική ματιά, που ασκούσε σε κάθε τι που τον ενοχλούσε. Και τον ενοχλούσαν πάρα πολλά. Πάντα βούταγε τις φράσεις του μέσα σε ένα αδιόρατο χαμόγελο, που δεν σου άφηνε περιθώρια να σκεφτείς το αντίθετο.

Σαν να χόρευε μπαλέτο

Ο Παπατάκης για μένα ήταν μια αφετηρία για τη μετέπειτα εξέλιξη του χαρακτήρα μου, ή μάλλον μού εδραίωσε ακλόνητα αυτό που είχα μέσα μου. Τον θυμάμαι στα γυρίσματα των «Βοσκών» πώς πρόσεχε κάθε μέρα το ντύσιμό του, απλό, καλόγουστο, χωρίς εκζήτηση. Φόρουσε πολλές φορές μαύρο μακό φανελάκι με λαιμό ζιβάγκο και από πάνω μαύρο πουκάμισο ή στο χρώμα της αεροπορίας με εφαρμοστό κολλητό κοτλέ παντελόνι σε χρώμα μπεζ. Πολλές φορές λες και ήταν βγαλμένος από κάποιο μπαλέτο, τόσο ωραία ήταν η κίνηση του σώματός του. Δεν παρίστανε τίποτα ή μάλλον παρίστανε τον Παπατάκη, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς.

Στα γυρίσματα της ταινίας, που έγιναν στη Χασιά, στα Μέγαρα και στη Βάρη, ήταν ακραία επιθετικός. Μπορούσε να πάει ένα πλάνο όλη μέρα και να μην προχωράει παρακάτω αν δεν ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Πριν πει μοτέρ, «action», μου ψιθύριζε κολλημένος στην κάμερα όταν μου έπαιρνε κοντινό: «Το απλούστερο, το καλύτερο».

Πώς έφυγα από τα γυρίσματα

Εβλεπα την αγωνία του να προσπαθεί να σου βγάλει ό,τι πιο δυνατό έχεις μέσα σου. Πολλές φορές ρώταγε τον διευθυντή φωτογραφίας τι μπομπίνες έχουμε ακόμη. Εχουμε αρκετές, του έλεγε. Και ο Παπατάκης ανταπαντούσε: Θα μας φτάσουν; Εχουμε ένα δύσκολο πλάνο ενάμισι λεπτού. Εγώ δεν τα πήγαινα καλά μαζί του. Γιατί σε κάποιο βραδινό γύρισμα δεν έβγαζα αυτό που μου ζητούσε και με είπε «μπαγκαμπόντ» δημόσια, σε πολύ κόσμο, κομπάρσους, ηθοποιούς, συνεργείο, περίεργους κ.λπ. γιατί «δέχτηκα το ρόλο χωρίς να μπορώ να τον φέρω εις πέρας». Είναι, όποιος έχει δει την ταινία, η σκηνή της εκκλησίας που γονατιστός παρακαλώ το αφεντικό μου (Δήμος Σταρένιος) να με συγχωρέσει.

Την άλλη μέρα έφυγα από τα γυρίσματα, ξύπνησε μέσα μου του Βοτανικού ο μάγκας. Τα γυρίσματα σταμάτησαν για 3-4 μέρες. Καταλαβαίνετε τον πανικό; Πρόγραμμα, οργάνωση, όλα πίσω. Μικροκαταστροφή οικονομική. Εφυγα ώσπου να μου περάσει ο θυμός. Μετά μου εξήγησε ο Παπατάκης ότι έπρεπε στη σκηνή αυτή να με ξεφτιλίσει μπροστά σε όλους για να γράψει η κάμερα. Ηταν μια πολύ δύσκολη σκηνή, που τον βασάνιζε μέρες, παραδέχτηκε. Η κάμερα ήθελε την ταπείνωσή μου στο πρόσωπο, στα μάτια, στο δέρμα μου, στην κίνησή μου, στις παύσεις μου και όχι στην ψυχή μου, που δεν φαινόταν.

Η κάμερα δεν χορταίνει

«Δεν θέλω να μου παίξεις τον ταπεινωμένο, αυτό μας το έδειξες σε πέντε λήψεις και το κάνεις πάρα πολύ καλά. Η κάμερα θέλει να σε δει να ταπεινώνεσαι αληθινά. Η κάμερα δεν χορταίνει όσα και να της δώσει ο ηθοποιός. Κατάλαβέ το», μου έλεγε. «Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο. Πρέπει να ταπεινωθείς τόσο, όσο δεν πάει άλλο. Πάμε κλακέτα, sil vous plait, 14η λήψη, σκηνή εκκλησίας, βράδυ. Action».

Εχω ακόμα μετά τόσα χρόνια τη φωνή του με κείνο το γαλλικό αξάν στα αφτιά μου. Φυσικά, από τότε ήρθαμε πιο κοντά σαν άνθρωποι, γιατί όταν είδα το πλάνο στο στούντιο γύρισα και τον φίλησα. Αυτός χαμογέλασε χωρίς να μου πει τίποτα και 'γώ τον ξαναφίλησα. Δακρύζω στη σκοτεινή αίθουσα, πώς μπόρεσε να μου βγάλει όλη αυτή τη δύναμη της ταπείνωσης, άπειρος όπως ήμουνα, μέσα σε τόσο κόσμο που είχε το πλάνο. (Βραδινό, Πάσχα, Ανασταση). Δεν μου ξανασυνέβη ποτέ στην πορεία μου ως ηθοποιός.

Σ' ένα άλλο πλάνο, κάπου στα Μέγαρα, με έβαλε να τρέχω πίσω από ένα ξεσκέπαστο φορτηγάκι, με την κάμερα να με τραβάει. Το φορτηγάκι άνοιγε ταχύτητα κι εγώ έπρεπε να κρατάω την ίδια απόσταση με την κάμερα. Ηταν τέτοια η κούρασή μου από τις συνεχόμενες λήψεις, που στο τέλος κατούρησα αίμα. Φυσικά, δεν του το είπα γιατί δεν θα τον ενδιέφερε, μιας και ο ίδιος στα γυρίσματα φλεγόταν ολόκληρος. Τη σκηνή αυτή την έκοψε γιατί κάτι δεν του πήγαινε τελικά στο μοντάζ.

Στον Παπατάκη πρέπει να χρωστάμε πολλά. Ηταν μια σταθερή αξία, που όποιος ήταν κοντά του μόνο έπαιρνε. Ηταν μια εμβληματική μορφή, όμως η χώρα μας δεν τον εκτίμησε και δεν τον εκμεταλλεύτηκε. Πέρασε από 'δώ και δεν πήραν χαμπάρι τα πολιτικά ζωντόβολα, που κυβερνούν την Ελλάδα χρόνια τώρα, που με τη βοήθεια πάντα των κανίβαλων του εκλογικού σώματος φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

Τέλος, ήταν αυτός που με σύστησε στα μεγάλα περιοδικά μόδας στο Παρίσι και πόζαρα στα Elle, Lui, "Εικοσάχρονος", "Vogue" κλπ. για να βγάζω χρήματα στα δύσκολα χρόνια. Εβγαζα αρκετά, μέχρι που λέγανε ότι με τροφοδοτούσε η χούντα για να καρφώνω τους αντιστασιακούς. Ο Νίκος Κούνδουρος, όμως, με ξέρει καλά που ήμασταν εκεί, στο Παρίσι.

Δέρνοντας με βίτσα την Καρλάτος

Αυτή ήταν η μια πλευρά του Παπατάκη. Από την άλλη, γιατί είχε κι άλλη πλευρά όπως έχουμε όλοι μας, πολλές φορές στα γυρίσματα έδειχνε τέτοια σκληρότητα, που δεν συναντάς σε άνθρωπο. Θυμάμαι ακόμα ένα γύρισμα στη Χασιά, με πέντε βαθμούς υπό το μηδέν, την Ολγα Καρλάτος, γυναίκα του τότε, με καλοκαιρινό μπλουζάκι και μίνι φούστα, σε κακοτράχαλα βουνά και ξυπόλητη, να γυρίζουμε ένα πλάνο που τη δέρνω με μια βίτσα για να προχωρήσει. Θεέ μου!!! Τι ξύλο ήταν αυτό. Μόνο και μόνο για να γράψει η κάμερα τον πόνο της. Τρεις βίτσες έσπασαν επάνω της και το πλάνο δεν έβγαινε, όπως το ήθελε ο Παπατάκης. Κάθε φορά στην επανάληψή του, με έπαιρνε ιδιαίτερα και μου έλεγε: «Πιο δυνατά χτύπα την, κάν' την να ουρλιάζει, δεν εκφράζεται το πρόσωπό της». Είχα πάθει πλάκα από την παγωνιά και το ξύλο. Νόμιζα πως καυλώνει με το να βλέπει να δέρνω τη γυναίκα του τόσο άγρια στα γυμνά της μπούτια, και ξανά και πάλι. Πόσες λήψεις, Θεέ μου! Ισως γι' αυτό και η Ολγα δεν με ξέχασε ποτέ. Οταν έρχεται στην Ελλάδα περνάει να με δει στο Αγκίστρι, που έχει σπίτι ο αδελφός της. Θυμόμαστε τι τραβήξαμε και γελάμε.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Ο,τι και να πεις για τον Παπατάκη στο τέλος θα τελειώσεις με έναν θαυμασμό για τον άνθρωπο, τον καλλιτέχνη, τον αγωνιστή, τον ωραίο νέο που ξετρέλαινε στα νιάτα του, αλλά και αργότερα, το Σεν Ζερμέν. Ενας άνθρωπος στον πλανήτη Γη από Ελληνα πατέρα και Αιθιόπισσα μητέρα.

Εγώ, όμως, θα τον θυμάμαι και γιατί, ακόμα, στο Παρίσι ήταν αυτός που με έριξε για ένα φεγγάρι στην αγκαλιά μιας άλλης Ολγας, της Ολγας Ζορζ-Πικό, πρωταγωνίστριας τότε του Αλέν Ρενέ στο φιλμ «Αντίο φίλε». Ετσι θέλω να κλείσω εδώ και εγώ το σημείωμά μου: «ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ».

Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια: