Τα έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο για να τα ζυγώσεις.
Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τ' αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους
RAINER MARIA RILKE

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΑΜΠΟΥΚΙ : ΕΙΤΕ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΕΙΤΕ ΔΕΞΙΑ, Η ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ

Αρκετές φορές είμαστε καλύτεροι από τα κόμματα που μας κυβερνούν

Δεν χρειάζεται κάποια εκδοτική ή λογοτεχνική αφορμή για να έρθει στην Ελλάδα ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι. Ερχεται κάθε Μάιο τα τελευταία χρόνια και κάνει πολυήμερες διακοπές στα Χανιά, έχοντας συνήθως παρέα τον Ελληνα εκδότη του Σταύρο Πετσόπουλο και τον μεταφραστή του, Ανταίο Χρυσοστομίδη. Και τη γυναίκα του, φυσικά. Παρ' όλα αυτά, η φετινή άφιξή του στην Ελλάδα συνοδεύτηκε και από μία τιμητική διάκριση. Τα Χανιά, στις 27 Μαΐου, τον ανακήρυξαν επίτιμο δημότη τους. Λίγο πριν κατέβει στην Κρήτη, λοιπόν, και ανάμεσα στις εκδηλώσεις για το τελευταίο βιβλίο του στην Αθήνα, συναντηθήκαμε. «Ταξίδια και άλλα ταξίδια» είναι ο τίτλος του και η συζήτηση ξεκίνησε από εκεί.

- Τι συνεχίζουν να σας δίνουν τα ταξίδια και τι καινούργιο αναζητάτε στους γνωστούς τόπους που ξαναπάτε;

- Για τα μέρη που ήδη έχω πάει προσπαθώ να βρω την ασφάλεια. Γιατί το να επιστρέφεις σ' έναν γνωστό τόπο σού δίνει πολλή ασφάλεια. Εμένα με ηρεμεί. Από τα μέρη που δεν έχω πάει ποτέ, προσπαθώ να βρω την ανασφάλεια. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να κάνει κανείς, να ψάχνει την ασφάλεια και την ανασφάλεια. Αυτό είναι, άλλωστε, και η λογοτεχνία, η γραφή: μια ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και την ανασφάλεια.

- Συχνότατα υπερασπίζεσθε την αφήγηση, τη λογοτεχνία, τη γλώσσα. Ανησυχείτε για τον ρόλο τους στις σύγχρονες κοινωνίες, αφού η σύγχρονη τεχνολογία έχει επιβάλει έναν τηλεγραφικό τρόπο επικοινωνίας;

- Δεν ανησυχώ πολύ, γιατί είναι ένας κώδικας. Οπως ξέρετε έχει ήδη πεθάνει ένας άλλος κώδικας, ο τηλέγραφος. Νομίζω ότι αυτή την ανησυχία, ότι μπορούν αυτοί οι κώδικες να επηρεάσουν τη γλώσσα, την έχουν οι πανεπιστημιακοί.

- Κι εσείς είστε πανεπιστημιακός...

- Ναι, αλλά όχι αυτού του τύπου. Δεν φοβάμαι τη μοντερνικότητα. Φοβάμαι άλλα πράγματα: την ατομική βόμβα, τη ραδιενέργεια. Αυτή η μοντερνικότητα με φοβίζει.

- Ερχεστε από μια παράδοση, και της Ευρώπης και της Ιταλίας, που οι συγγραφείς είχαν το βλέμμα τους στραμμένο στις αναζητήσεις της κοινωνίας. Μ' αυτό το πρίσμα θα ήθελα να μου περιγράψετε τη σημερινή Ευρώπη...

- Υπήρξα πολύ έντονα ευρωπαϊστής και, κατά κάποιον τρόπο, παραμένω. Εξακολουθώ να παραμένω αισιόδοξος. Ο Γκράμσι έλεγε ότι πρέπει να είσαι αισιόδοξος με την καρδιά και απαισιόδοξος με το μυαλό. Αυτή τη στιγμή, αν θέλαμε να κάνουμε μιαν ανάλυση και να είμαστε ειλικρινείς, η Ευρώπη με απογοητεύει. Αλλά ίσως με απογοητεύουν οι γραφειοκράτες της Ευρώπης. Επομένως θα ήθελα να τους στείλουμε σπίτι τους. Είναι πολλοί στις Βρυξέλλες, κερδίζουν πάρα πολλά χρήματα κι έχουν πολλά προνόμια. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πιο δημοκρατικό, όπου θα έχουν μεγαλύτερη φωνή οι Ευρωπαίοι πολίτες. Πρότεινα πολλές φορές στα άρθρα μου να πάμε να διαμαρτυρηθούμε μπροστά στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εχουμε προβλήματα σοβαρά στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιταλία και αλλού. Αντί να διαμαρτυρόμαστε εναντίον των κυβερνήσεών μας, που δεν οδηγεί πουθενά, ας πάρουμε εκπροσώπους και ας πάμε στις Βρυξέλλες λέγοντας: «Εσείς είστε υπεύθυνοι».

- Δεν έχετε διαγράψει αυτούς τους τρόπους διαμαρτυρίας. Θεωρείτε ότι οι κινήσεις των πολιτών και οι διαμαρτυρίες μπορούν ν' αλλάξουν τα πράγματα...

- Πιστεύω στη δημοκρατία και η δημοκρατία προϋποθέτει διαλεκτική. Πρέπει να διαμαρτυρόμαστε μ' έναν διαλλακτικό, που σημαίνει μ' έναν δημοκρατικό και ειρηνικό, τρόπο, μπροστά στους πραγματικούς υπαίτιους.

- Τι βλέπετε να αντικαθιστά τη σημερινή κομματική μορφή συλλογικότητας;

- Πιστεύω ότι μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, τα παλιά πολιτικά κόμματα παρέμειναν. Αλλά χωρίς περιεχόμενο. Είναι σαν άδεια κουτιά. Αλλά όλα αυτά τα άδεια κουτιά εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τις πολυθρόνες τους. Πιστεύω ότι υπάρχει μια κρίση της δημοκρατίας με την έννοια της μορφής, της φόρμας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι πρέπει να τη διαχειριστούμε μ' έναν διαφορετικό τρόπο. Είναι υπερβολικά έμμεση η δημοκρατία μας. Επομένως πρέπει να βρούμε μια μορφή δημοκρατίας στην οποία θα υπάρχει μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Αρκετές φορές δεν αξίζουμε αυτού του επιπέδου τα κόμματα. Γιατί εμείς είμαστε καλύτεροι από αυτά...

Η τέχνη με την κοινή λογική συναντιούνται

- Γεννηθήκατε σε μια περιοχή του κόσμου που έχει πολλά στρώματα ιστορίας και πολιτισμού πάνω της. Πώς σας διαμόρφωσε αυτό;

- Γεννήθηκα σ' έναν κόσμο πολυπολιτισμικό και πιστεύω ότι ο πραγματικός πολιτισμός είναι η μείξη πολλών πραγμάτων. Ομως, αυτό που με κάνει να υποφέρω πολύ αυτή τη στιγμή στην Ιταλία, είναι τα εθνικιστικά και τοπικιστικά κινήματα, τα οποία ωραιοποιούν τις ρίζες τους. Οι ρίζες συνήθως είναι πικρές.

Π.χ. η Λέγκα του Βορρά, που γεωγραφικά εκτείνεται στις περιοχές της Λομβαρδίας και του Βένετου. Πριν από 50 χρόνια οι παππούδες των σημερινών κατοίκων πήγαιναν στη Βραζιλία, στην Αργεντινή ως μετανάστες για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Τώρα με τη νέα οικονομία έχουν όλοι μικρά εργοστάσια, Πόρσε, σκάφος, πισίνες και κοιτάζουν τη Νότια Ιταλία και τους μετανάστες σαν να ήταν χολεριασμένοι. Και λένε ότι «αυτή η γη είναι δική μας γιατί είναι θαμμένοι οι δικοί μας νεκροί».

Κάποτε έγραψα σ' ένα άρθρο: «Να με συμπαθάτε, αλλά οι νεκροί σας βρίσκονται στη Βραζιλία και την Αργεντινή». Εγιναν έξω φρενών... Κατά την άποψή τους, οι νεκροί δικαιολογούν την ιδιοκτησία της γης. Αλλά η γη ανήκει στα ζωντανά πρόσωπα που περπατούν πάνω της. Δεν μπορεί ν' ανήκει στους σκελετούς. Πρέπει να ξέρουμε, όμως, ότι μια φασιστική ιδέα είναι πάντα μια πένθιμη ιδέα, που έχει να κάνει με νεκρούς. Ανάμεσα στον φασισμό και τον θάνατο υπάρχει μια στενή σχέση. Οι φασίστες αγαπούν τον θάνατο. Ο ύμνος του φρανκισμού λέγεται «Ζήτω ο θάνατος!». Οι Ιταλοί φασίστες είχαν στο πηλήκιο τη νεκροκεφαλή.

- Αυτή η σχέση με τον θάνατο χαρακτηρίζει μόνο τις φασιστικές ιδεολογίες ή αφορά και κάποιες ακροαριστερές τοποθετήσεις που ενστερνίζονται διάφορες μορφές βίας; Συνδέετε αυτές τις δύο συμπεριφορές;

- Πιστεύω ότι ναι, υπάρχει σχέση. Στη γεωμετρία υπάρχει ο κύκλος. Ξεκινάς από ένα σημείο, κάνεις τον γύρο και φτάνεις στο ίδιο μέρος. Αυτόν τον κύκλο μπορείς να τον κάνεις και από τη μία και από την άλλη κατεύθυνση. Και από την αριστερή και από τη δεξιά, δηλαδή. Η βία είναι πάντα φασιστική.

- Η τέχνη, με όλα όσα σχολιάζουμε, μπορεί να ανατρέψει τα σημερινά αδιέξοδα των ανθρώπων; Κι αν όχι, τι άλλο μπορεί να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση;

- Η τέχνη είναι μια πολύ υψηλή έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος. Η κοινή λογική είναι κάτι το νορμάλ. Πιστεύω ότι η τέχνη με την κοινή λογική συναντιούνται, γιατί και τα δύο σε καλούν να σκεφτείς.

Μπορεί οι νέοι να κάνουν λάθος, αλλά κάνουν λάθος έχοντας δίκιο

Καθίσαμε πολύ παραπάνω απ' όσο συνήθως διαρκούν τα γεύματα. Ο Αντόνιο Ταμπούκι ήταν φανερό ότι περνούσε ωραία κι ένιωθε χαλαρά. Η παρουσία του Ανταίου Χρυσοστομίδη με τον οποίον έχει αναπτύξει μια στενή φιλία, τον «έλυσε» ακόμα περισσότερο. Κι είχε έναν δικό του τρόπο μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα να σχολιάζει τα πάντα.

- Εχετε με όλους τους μεταφραστές σας την ίδια σχέση;

- Οχι, θα ήταν αδύνατον. Για να υπάρχει αντίστοιχη σχέση θα έπρεπε να έχω μεταφραστές που διαβάζουν τα ίδια βιβλία με μένα, έχουν τις ίδιες ανησυχίες με μένα. Ο Ανταίος δεν είναι ένας μεταφραστής, είναι ένας διανοούμενος, με τον οποίο είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Θα έλεγα ότι είναι ένας διανοούμενος, που τυχαίνει να είναι και μεταφραστής μου.

- Ερχεστε στην Ελλάδα τα τελευταία έντεκα χρόνια, κάθε χρόνο. Εχετε παρατηρήσει αλλαγές στις συμπεριφορές των κατοίκων της, της κοινωνίας;

- Δεν μπορώ να πω ότι έχω παρατηρήσει κάποιες αλλαγές. Η Ελλάδα διατηρεί μια δική της φυσιογνωμία, πολύ προσδιορισμένη, μ' έναν δικό της χαρακτήρα, μ' ένα δικό της προφίλ. Για παράδειγμα, οι Ελληνες ήταν πάντα εναντίον. Ομως δεν αναρωτιούνται ποτέ εναντίον ποιανού. Το σημαντικό είναι να είναι εναντίον. Κι αυτό έχει μείνει ολόιδιο.

- Ποιοι συγγραφείς είναι οι συνομιλητές σας;

- Αρκετοί. Κάποιους τους γνωρίζω και κάποιους άλλους όχι. Με όλους όμως αισθάνομαι ότι ανήκω στην ίδια οικογένεια. Δεν γνωρίζω προσωπικά τον Φίλιπ Ροθ, ξέρω όμως ότι μαζί του έχω έναν διάλογο. Γνωρίζω πολύ καλά τον Νόρμαν Μάνεα, και έχω μαζί του έναν διάλογο. Δεν γνωρίζω τον Μίλαν Κούντερα, αλλά και μαζί του έχω έναν διάλογο. Γνωρίζω τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, με τον οποίο έχω επίσης έναν διάλογο.

Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης μας αποκαλύπτει ότι είναι πολύ μεγάλος θαυμαστής της Πολωνής νομπελίστα ποιήτριας Βισουάβα Σιμπόρσκα. Σε κάποια απ' όλες τις διακοπές του στην Κρήτη, διάβαζε κάθε απόγευμα στην παρέα του από ένα ποίημα της Σιμπόρσκα. Με την ίδια ευκολία θυμήθηκε και στη συνάντησή μας ένα: «Τίποτα δεν άλλαξε, με την εξαίρεση της διαδρομής των ποταμών, ορισμένων κομματιών της παραλίας, ορισμένων γλωσσών, όλα τα άλλα είναι ίδια. Εκτός από αυτά, αυτό που παραμένει πάντα ίδιο είναι το σώμα. Γιατί τα νεύρα και τα σημεία πόνου έχουν μείνει ακριβώς τα ίδια. Το σώμα είναι φτιαγμένο από δέρμα, κάτω από το δέρμα ρέει το αίμα και υπάρχουν και τα σημεία του πόνου. Και το κορμί για να προστατευτεί από τον πόνο, διπλώνει, καλύπτει το κεφάλι, όπως έκανε την εποχή του Χριστού, όπως έκανε πολλές χιλιάδες χρόνια πριν απ' τον Χριστό. Κι αυτό οι βασανιστές το ξέρουν». Μόλις τελείωσε την απαγγελία ο Αντόνιο Ταμπούκι πρόσθεσε: «Υπάρχουν ποιητές που είναι πολύ σημαντικοί στη ζωή μου. Η Σιμπόρσκα, ο Καβάφης, ο Πεσσόα. Επιστρέφω πάντα σ' αυτούς τους ποιητές. Πρόσφατα άρχισα να επιστρέφω και στον Μπρεχτ. Τώρα διαβάζω τα ποιήματα του «Ημερολογίου» και είναι εξαιρετικά επίκαιρα. Για παράδειγμα: ο νόμος που έκανε ο Μπερλουσκόνι με τη βοήθεια της άκρας δεξιάς εναντίον τον παράνομων μεταναστών, επέβαλε ένα πράγμα που από ηθικής πλευράς είναι πολύ αρρωστημένο: είσαι λαθρομετανάστης, είσαι άρρωστος, και πηγαίνεις σ' έναν γιατρό. Ο γιατρός πρέπει να σε καταγγείλει στην αστυνομία. Βάζει δηλαδή τον γιατρό να παραβιάσει τον όρκο του Ιπποκράτη. Επομένως ο νόμος του Μπερλουσκόνι γίνεται πιο σημαντικός από τον όρκο του Ιπποκράτη! Σκεφτόμουν λοιπόν ένα ποίημα του Μπρεχτ, που σχολιάζει πόσο αδιάφοροι είναι οι άνθρωποι σε όλα αυτά. Στο «Ημερολόγιο» υπάρχει ένα ποίημα που λέει τα εξής: «Προχθές ήρθε η αστυνομία και πήρε μαζί της τσιγγάνους. Κι εγώ δεν είπα τίποτα. Χθες ήρθε η αστυνομία και πήρε τους Εβραίους. Κι εγώ δεν είπα τίποτα. Υστερα ήρθε η αστυνομία και πήρε τους πρόσφυγες. Κι εγώ δεν είπα τίποτα. Αργότερα ήρθε η αστυνομία και πήρε τους ομοφυλόφιλους. Κι εγώ δεν είπα τίποτα. Σήμερα ήρθε η αστυνομία και πήρε εμένα. Και κανείς δεν είπε τίποτα».

- Μαθαίνετε εύκολα ποιήματα απ' έξω;

- Δυστυχώς. Εχω πολύ καλή μνήμη.

- Τι θα θέλατε να ξεχάσετε;

- Στη ζωή δεν πρέπει να ξεχνάμε τίποτα. Ούτε τα χειρότερα.

- Μέσα από την πανεπιστημιακή σας διαδρομή έχετε την ευκαιρία να γνωρίζετε τον τρόπο σκέψης των νέων ανθρώπων. Διαπιστώνετε διαφοροποίηση -και προς τα πού- στις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά τους;

- Πρέπει να ξεκινήσουμε από μια προϋπόθεση: ότι οι νέοι είναι το μέλλον. Κι αυτή η προϋπόθεση είναι βασική. Και αυτό είναι κάτι που οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ δεν το σκέφτονται ποτέ. Υπάρχει λοιπόν ένα είδος κλισέ, ότι οι νέοι κάνουν λάθη. Μπορεί και να κάνουν λάθος, αλλά κάνουν λάθος έχοντας δίκιο.

Η συζήτηση διαρκώς ξεφεύγει και σε άλλα. Μέχρι και την πρόσφατη αγιοποίηση του Πάπα σχολιάζει με καυστικό χιούμορ: «Σκέφτομαι συχνά τι σημαίνει ψευτιά. Τώρα τελευταία έκαναν όσιο τον Πάπα. Οπως πας στο σινεμά και σου λένε δεν έχει πια θέσεις, έτσι νομίζω ότι τώρα πια ο παράδεισος είναι πλήρης»!

Oι σταθμοί του

1943

Γεννήθηκε στην Πίζα της Ιταλίας.

1975

Εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Piazza d' Italia.

1987

Τιμάται με το σημαντικό γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Medicis, ως ο καλύτερος ξένος συγγραφέας που έργα του εκδόθηκαν στη Γαλλία. Η συνέχεια ήταν μια βροχή βραβείων: στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ισπανία.

1994

Εκδίδεται το γνωστότερο από τα βιβλία του «Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» και αποσπά δύο ακόμη βραβεία στην Ιταλία: το Campiello, και το Viareggio-Repaci. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.

1997

Τιμάται με το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας για το βιβλίο του «Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα».

2000

Προτείνεται από την Ιταλία ως η επίσημη υποψηφιότητα για το βραβείο Νομπέλ.

2010

Στις 14 Μαΐου αναγορεύεται επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Η συνάντηση

Ηρθε στην ώρα του στο «Αλάτσι», συνοδευόμενος από τον μόνιμο μεταφραστή των έργων του, Ανταίο Χρυσοστομίδη, φέρνοντας μαζί την τοσκάνικη φινέτσα του. Ζήτησε αμέσως κόκκινο κρασί, ελληνικό, όχι ιταλικό. Ο σερβιτόρος άρχισε να αραδιάζει τις ποικιλίες και μόλις έφτασε στο «Βιβλία Χώρα», ο Αντόνιο Ταμπούκι, που αναγνώρισε τη λέξη «βιβλία» είπε: «Αυτό είναι για μας»! Το πρώτο μπουκάλι τελείωσε γρήγορα. Παραγγείλαμε φάβα, στάκα, σταμναγκάθι, χοχλιούς μπουμπουριστούς, γαμοπίλαφο, και κλείσαμε με καφέ και γλυκά. Σύνολο 171 ευρώ.

Μια συνέντευξη στην Όλγα Σελλά / Καθημερινή 19/6/2011

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

ΓΙΟΓΙΟ του Πιέρ Εταίξ

BELLA TAR Σημειώσεις του Φώτου Λαμπρινού από μια κουβέντα

Η κουβέντα ξεκίνησε από το σενάριο. Το περιφρονεί βαθύτατα, σχεδόν το μισεί και λέει ότι χρειάζεται μόνο για τους παραγωγούς, τις τράπεζες και λοιπούς χρηματοδότες. Πηγαίνοντας πιό πέρα ισχυρίζεται πως η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, ακόμα κι όταν βασιζόμαστε σε λογοτεχνικό ή θεατρικό έργο (βλ. δικό του Μάκβεθ) για να κάνουμε μία ταινία. (Κάτι που ισχυρίζομαι κι εγώ όταν μιλάω για τις σχέσεις κλασικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, πριν από το 1895, με τον κινηματογράφο). Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει στις ταινίες του script, παρά κάτι χαρτάκια για κάθε σκηνή, ενώ όλη η ταινία, από τη στιγμή που θα επιλέξει το set, είναι στο μυαλό του. Π.χ. όταν βρήκε το λιβάδι για το «Άλογο του Torino» και οργάνωσε στο μυαλό του την ταινία, είπε ότι θα έχει διάρκεια 2.30’ και βγήκε 2.29’.

Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε στο story λέγοντας ότι από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης, που ξεκινάει με το φόνο του Άβελ από τον Κάϊν, τα πάντα έχουν ειπωθεί και δεν χρειάζεται να εφεύρουμε, πλέον, νέες ιστορίες. Εκέινο που έχει σημασία είναι η γλώσσα του καθενός και ο τρόπος που αφηγείται τις ίδιες πανάρχαιες ιστορίες.

Στον αμερικανικό ή παρόμοιο κινηματογράφο υπάρχει πάντα ένα σενάριο που εξυπηρετείται με πληροφορία cut, πληροφορία cut, πληροφορία cut και δράση cut, δράση cut, δράση cut. Πρόκειται για προϊόν fast food που δεν έχει καμία σχέση με την κουζίνα του σπιτού και που απευθύνεται σε ηλίθιους. Άλλωστε, σε ένα μονοπλάνο, η μηχανή, σε σχέση με το χώρο ή τα πρόσωπα, δεν μένει σταθερή, οπότε μέσα στο ίδιο πλάνο, υπάρχουν πολλά cut χωρίς να διακόπτεται η ροή.

Κι επειδή εκείνη τη στιγμή έγινε ερώτηση για το χρώμα, είπε ότι στο μαυρόασπρο υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία χρωμάτων από το έγχρωμο, ιδίως από τότε που, η γαμημένη Kodak, εισήγαγε στο σελλουλόϊντ το νατουραλισιτκό polyester και τα χρώματα καταστράφηκαν.

Ακολούθως έγινε ερώτηση για το ρυθμό, στην οποία απάντησε εντελώς αόριστα, οπότε μπήκα κι εγώ στο κόλπο και τον ρώτησα αν επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο ρυθμό αποκλειστικά της εικόνας (χωρίς τη βοήθεια της μουσικής, των ήχων ή άλλων στοιχείων) και τι σημαίνει αυτό. Δυστυχώς, μου απάντησε ότι δεν ξέρει. Και συνέχισε να λέει τα ίδια που είπε και πριν για τη σχέση της μηχανής με τα πρόσωπα και το χώρο.

Στον Μάκβεθ που έκανε, λόγω video, ένα πλάνο 65’ μία ηθοποιός του είπε, στο τέλος, ότι φέρνει τους ηθοποιούς σε απόγνωση, ότι κανείς δεν είναι σε θέση να καταλάβει ακριβώς τι γίνεται, σημασία έχει όμως ότι όλοι, οι συμμετέχοντες στο πλάνο, έρχονται σε οργασμό την ίδια στιγμή. Άλλωστε, ο ίδιος, οπως είπε, ποτέ δεν προσπαθεί να προσαρμόσει τον ηθοποιό, σε αυτό που έχει στο μυαλό του ως ρόλο, αλλά ο άνθρωπος-ηθοποιός να βγάλει ως ρόλο αυτό που ο ίδιος είναι. Να μην παίζει αλλά να ζει.

Για τη μουσική είπε ότι από τη δεκαετία του ΄80 που συνεργάζεται με τον ίδιο συνθέτη (ξεχνάω το όνομά του) δεν ασχολείται με τη μουσική, γιατί δεν ξέρει. Απλώς, φωνάζει το συνθέτη στο set και το συζητάνε. Μετά, έρχεται η μουσική την οποία μερικές φορές χρησιμοποιεί και στο γύρισμα. Άλλωστε, όλη η ταινία, ηχητικά (διάλογοι, θόρυβοι, ήχοι, μουσική) φτιάχνεται στο στούντιο με dubbing, folley (Έτσι γράφετα tο dubbing ήχων στο studio?).

Τον ρώτησαν αν πιστεύει μετά από τόσα χρόνια που προβάλλονται και ξαναπροβάλλονται οι ταινίες του, ότι θα έχουν μακρά διάρκεια στο χρόνο και είπε ότι η γλώσσα είναι αυτή που δίνει διάρκεια στο χρόνο.

Ένας ελληναράς κάνοντας την κλασική εισαγωγή «εμείς οι Έλληνες με την κλασική μας παράδοση, ξέρουμε την έννοια του «κάλλους» της ομορφιάς». Τι γνώμη έχει ο Tarr για την ομορφιά στην τέχνη. Φυσικά απάντησε όπως o καθένας μας θα μπορούσε να φανταστεί; υπάρχει πολύ ομορφιά στην ασχήμια. Και πρόσθεσε ότι έχει κάνει παλαιότερα ένα πεντάλεπτο μονοπλάνο με τον τίτλο «Πρόλογος» (υπάρχει στο Internet) όπου δείχνει, φτωχούς άστεγους και εξαθλιωμένους ανθρώπους, και κοιτάζοντας αυτά τα πρόσωπα, λέει ότι είδε πόσο όμορφη είναι η ασχήμια τους.

Τέλος, ο Κουτσιαμπασάκος, τον ρώτησε : "Ποια είναι η γνώμη σας για το 3D cinema και πως αντιμετωπίζεται ο ίδιος στις ταινίες σας το ζήτημα της δημιουργίας της ψευδαίσθησης του βάθους στο πλάνο, δεδομένο ότι η ταινίες προβάλονται σε μια δισδιάστατη επιφάνεια, την κινηματογραφική οθόνη;"

Και είπε ότι μπορεί να έχει σχέση με installations ή ό,τι άλλο θέλετε αλλά όχι με τον κινηματογράφο. Εμείς είμαστε σαν τους ζωγράφους: υποχρεωμένοι να δουλεύουμε με δύο διαστάσεις.

Συμπερασματικά, σε ότι είχε σχέση με σενάριο ή θεωρία ο άνθρωπος βγάζει σπυριά. Κι αν κρίνω από τον τρόπο που μιλούσε για τη ζωή του, τους φίλους του, με τους οποίους κάνει τις ταινίες του, αλλά και καθημερινή παρέα, χωρίς ποτέ να μιλάνε για «τέχνη», θα τον χαρακτήριζα τυπικό χειροπράκτωρα, artisanat, μάστορα, που με τα χεράκια του φτιάχνει ταινίες, όπως ένας μαραγκός φτιάχνει καρέκλες ή ένας σιδεράς διάφορα εργαλεία.

Φώτος 09.06.2011

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Σιγά-σιγά, αρχίζουν τα πράγματα να ξεκαθαρίζουν


Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Και οι δύο είναι, μάλιστα, «αγανακτισμένες» Ελλάδες. Η μία θέλει να μείνουν τα πράγματα όπως ήταν μέχρι το 2009. Θέλει, δηλαδή, το ευρύτερο Δημόσιο να καταναλώνει κάθε χρόνο 24 δισεκατομμύρια περισσότερα απ’ όσα εισπράττει. Κι αυτά να πηγαίνουν σε όσους έχουν μια προνομιακή κατά το μάλλον ή ήττον σχέση με τον κρατικό μηχανισμό. Η διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα να παίρνει έργα και προμήθειες με ληστρικές συμβάσεις. Τα κόμματα-επιχειρήσεις να διαχειρίζονται επ’ ωφελεία τους, αδιαφανώς, το δημόσιο χρήμα. Οι εκλογικοί πελάτες των κομμάτων να διορίζονται σωρηδόν στο δημόσιο σε θέσεις μη παραγωγικές. Οι συνδικαλιστές των κομμάτων να συνδιοικούν τις δημόσιες επιχειρήσεις. Με 300 χιλιάδες εφάπαξ να βγαίνουν σε πρόωρες συντάξεις με εθελούσιες εξόδους στα 50 τους. Τα ευγενή ταμεία να χρηματοδοτούνται από τις εισφορές υπέρ τρίτων που καταβάλλει η υπόλοιπη κοινωνία. Η κοινωνική πρόνοια να μετατρέπεται σε εισοδήματα προνομιούχων ομάδων. Οι νησίδες του δημοσίου, αυτονομημένες, εκκλησία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, δημοτική αυτοδιοίκηση, να έχουν μετατραπεί σε εστίες λεηλασίας και σπατάλης. Τα κρατικοδίαιτα Μέσα Ενημέρωσης να χρηματοδοτούνται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και οι επιχορηγούμενοι διανοούμενοι να τα αμπαλάρουν όλα αυτά με το περιτύλιγμα του «δημοσίου συμφέροντος». Να περνάνε αυτοί καλά, με δανεικά, επιχορηγήσεις, κοινοτικές επιδοτήσεις. Ο λογαριασμός όμως να επιβαρύνει ολόκληρη την κοινωνία. Και αγανακτούν με τους πολιτικούς που υπόσχονταν ότι θα συνεχιστεί το πάρτι και τώρα τους ρίχνουν στη μοιρασιά.

Και υπάρχει η άλλη μισή Ελλάδα. Η επιχειρηματικότητα που προσπαθεί να δημιουργήσει προϊόντα που αξίζουν να πουληθούν. Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που θέλουν απλώς να εργαστούν και να ζήσουν απ’ τη δουλειά τους. Οι μεροκαματιάρηδες που παλεύουν για την επιβίωση. Οι 800 χιλιάδες άνεργοι που αυξάνονται συνεχώς, καθώς ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας ασφυκτιά και δεν μπορεί να σηκώσει άλλο τα βάρη του χρεοκοπημένου κράτους. Οι νέοι που κατά εκατοντάδες χιλιάδες δεν μπορούν καν να εισέλθουν στην παραγωγή για να μετρηθούν κι αυτοί ως άνεργοι. Η ανεργία των οποίων έχει φτάσει σε βορειοαφρικάνικα επίπεδα. Οι γυναίκες που αποκλείονται από τις δύσκαμπτες μορφές εργασίας και δεν μπορούν να εισέλθουν στην παραγωγή. Το ένα εκατομμύριο φτηνό μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό χωρίς δικαιώματα. Οι εργαζόμενοι, οι επιστήμονες, οι επαγγελματίες, που πληρώνουν φόρους χωρίς κρατική ανταπόδοση υπηρεσιών ποιότητας, που πληρώνουν υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές σε ταμεία χρεοκοπημένα. Η Ελλάδα που θέλει ν’ αλλάξουν όλα όσα βαραίνουν αυτή τη χώρα.
Αυτή η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη. Γιατί περιλαμβάνει και μεγάλα τμήματα της πρώην ευνοημένης Ελλάδας, τα οποία έχουν εδώ και καιρό καταλάβει ότι το σύστημα ήταν αντιπαραγωγικό, άδικο, μη διατηρήσιμο. Ότι είχε μετατραπεί σε παιχνίδι αρνητικού αθροίσματος με πολύ λίγους κερδισμένους και όλους πια χαμένους.

Ενώ αυτή η Ελλάδα είναι η πλειοψηφία των πολιτών, στον επίσημο δημόσιο λόγο δεν αντιπροσωπεύεται. Κόμματα, συνδικαλιστικοί φορείς, επαγγελματικοί σύλλογοι, ΜΜΕ, εκφράζουν το παλιό σύστημα εξουσίας, αυτό που χρεοκόπησε. Μόνο οι ελίτ των πρώην ευνοημένων στρωμάτων δίνουν λυσσασμένες μάχες οπισθοφυλακής για να μη χάσουν τα κεκτημένα. Γιατί αυτοί έχουν να χάσουν και τα περισσότερα.
Παρ’ όλο που η Ελλάδα της συντήρησης είναι πλειοψηφία στο δημόσιο λόγο, το παιχνίδι έχει κριθεί, δεν μπορεί να το κερδίσει. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει πια λεία να διαμοιράσει στην εκλογική της πελατεία. Δεν μπορεί να κάνει διορισμούς στο χρεοκοπημένο δημόσιο, δεν μπορεί να δώσει άλλες επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση στους αγρότες, δεν μπορεί να μοιράσει αφειδώς πρόωρες συντάξεις και παχυλά εφάπαξ στα στρώματα του δημόσιου τομέα γιατί τα ταμεία δεν έχουν λεφτά να πληρώσουν τις συντάξεις ούτε αυτών που είναι ήδη μέσα. Δεν υπάρχουν έργα να διανείμει με το αζημίωτο στη διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα, δεν υπάρχουν πια λεφτά προς εξαγορά υποστήριξης σε ανύπαρκτα μέσα ενημέρωσης και κρατικά σιτιζόμενους διανοούμενους. Το πάρτι τελείωσε. Οι μάχες που δίνονται αυτή την περίοδο με τόση ένταση, αφορούν μόνο τα στενά συμφέροντα αποκλειστικά των διαφόρων ελίτ του χρεοκοπημένου συστήματος. Γι’ αυτούς είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Το σύστημα εξουσίας της χρεοκοπίας δεν διανοείται να παραδώσει το μηχανισμό παραγωγής προνομίων. Γι’ αυτό οι αντιδράσεις του είναι μεγάλης σφοδρότητας, αλλά ελάχιστης μαζικότητας. Έχουν αρχίσει να χάνουν ραγδαία τη λαϊκή τους βάση. Η εκλογική τους πελατεία βρίσκεται πια απέναντι.

Καθώς το τοπίο εξελίσσεται αργά αλλά σταθερά έτσι, τα πιο παρασιτικά τμήματα της χρεοκοπίας δεν διστάζουν να παίξουν με τη φωτιά, να χρησιμοποιήσουν τον πιο καταστροφικό λαϊκισμό, την πιο ακραία δημαγωγία, για να δημιουργήσουν καταστάσεις έντασης, έκρυθμων συνθηκών, ώστε να καθυστερήσουν τις αναπόφευκτες αλλαγές. Να εκμεταλλευτούν την αγανάκτηση και το φόβο απέναντι στις νέες συνθήκες και να τον καναλιζάρουν σε αντιευρωπαϊκές, αντιδυτικές, αντιδημοκρατικές κατευθύνσεις. Σε σχέδια «σωτηρίας της πατρίδας», όπου οι ιθαγενείς φύλαρχοι θα προτάσσουν τα στήθη τους απέναντι στην «κατοχική εισβολή των Γερμανών», των ιμπεριαλιστών, των Εβραίων, των κερδοσκόπων, της «παγκόσμιας Διακυβέρνησης».

Όσα ακούγονται δημοσίως αυτές τις μέρες από πρυτάνεις πανεπιστημίων, πολιτικούς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, δεν έχουν προηγούμενο στη μεταπολιτευτική μας δημοκρατία. Προσπαθώντας να χειραγωγήσουν τον κόσμο εναντίον της ευρωπαϊκής προοπτικής, δεν διστάζουν να προωθήσουν την πιο ακραία, αντιδημοκρατική ρητορική. Αν πιστέψουμε το δημόσιο λόγο που εκφωνούν πολιτικοί γκάνγκστερ, ανεύθυνοι διανοούμενοι, τριτοκοσμικά κόμματα, επαγγελματίες επαναστάτες των τηλεοπτικών παραθύρων, ζούμε γερμανική κατοχή, εγκάθετοι παραχωρούν κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, κυβερνούν δοσίλογοι, κατηγορούμενοι για εσχάτη εθνική προδοσία, απεργάζονται σχέδια εξαφάνισης του ελληνισμού με στόχο το ξεπούλημα της πατρίδας μας στους ξένους. Το πολιτικό σύστημα είναι κλέφτες και δοσίλογοι, η κυβέρνηση είναι παράνομη και σε συνθήκες «δικτατορίας», όλα φυσικά επιτρέπονται: Δεν υπάρχουν νόμοι, κανόνες της δημοκρατίας, ακόμα και η βία είναι επιτρεπτή. Αυτό είναι το μήνυμα της ρητορικής του λαϊκισμού.

Αυτή η ακροδεξιοαριστερή, συνωμοσιολογική, αντικοινοβουλευτική, αντιευρωπαϊκή, τριτοκοσμική ρητορική δεν αποτελεί κίνδυνο μόνο για τη μεταρρύθμιση της Ελλάδας και την αποφυγή της χρεοκοπίας. Οι αδίστακτοι μαθητευόμενοι μάγοι ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας. Κινδυνεύει η ίδια η υπόσταση της κοινωνίας μας μέσα στη δημοκρατική Δύση. Οι χώρες αυτοκτονούν και τα παραδείγματα είναι άφθονα γύρω μας.
Σ’ αυτή την περίεργη και κρίσιμη στιγμή δεν μπορεί κανένας να σιωπά. Καθένας πρέπει να διαλέξει «αγανάκτηση», να διαλέξει «Ελλάδα».

του Φώτη Γεωργελέ από το Athens Voice

ευχαριστώ τον Βαγγέλη Κατσιγιάννη για των φωτογραφία που μου έστειλε


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Η ρούμπα του τραπεζίτη / Rumba Rave "banquero" en el Santander


Ως διαμαρτυρία για τη οικονομική κρίση, μια ομάδα από Ισπανούς χορευτές φλαμένγκο μαζευτήκανε στις 22 Δεκεμβρίου στη τράπεζα Σανταντέρ (Santander) της Σεβίλης, και αρχίσανε να χορεύουν.Φυσικά, αυτό που χορέψανε λέγεται "η ρούμπα του μπανγκέρη". Δηλαδή, ο χορός του τραπεζίτη.

Σύμφωνα με το μήνυμα που πήρα, επρόκειτο για μια συγκέντρωση που στα αμερικάνικα έχει πάρει το όνομα flash mob. Πρόκειται για συγκεντρώσεις όπου οι προσερχόμενοι ειδοποιούνται μέσω μηνυμάτων στα κινητά τους.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΖΙΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ

Ο Χάουαρντ Ζιν, ο κορυφαίος αμερικανός διανοούμενος, ο οποίος από πολύ νέος ανέπτυξε έντονο πολιτικό ακτιβισμό, αποτελεί μοναδικό παράδειγμα για το πώς οι ιδέες γίνονται πράξη, πώς το ατομικό γίνεται συλλογικό.

Από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ώς τη σημερινή κρίση ο Χάουαρντ Ζιν διατρέχει μισό αιώνα, διανθίζοντάς τον με τις αναμνήσεις του. Από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ώς τη σημερινή κρίση ο Χάουαρντ Ζιν διατρέχει μισό αιώνα, διανθίζοντάς τον με τις αναμνήσεις του. Πρωτοστάτης του αντιπολεμικού κινήματος, υπερασπιστής των δικαιωμάτων των μαύρων, πιστός σε έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό, πήρε μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, έδωσε πύρινες ομιλίες, βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με το νόμο και την εξουσία, μέχρι και που φυλακίστηκε για τη δράση του.

Ενα χρόνο μετά το θάνατο του αριστερού ιστορικού και συγγραφέα (28/1/2010), κυκλοφορεί αύριο πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αιώρα» η αυτοβιογραφία του (μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης) που καλύπτει την περίοδο 1956-1992 και ρίχνει φως στις ιδέες και την μακρόχρονη πορεία του.

Γιος εβραίων μεταναστών, από μικρός δούλεψε στα ναυπηγεία όπου ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, πήρε μέρος σε αεροπορικές επιδρομές κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο θέτοντας στη συνέχεια στον εαυτό του βασανιστικά ερωτήματα, ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα από ένα «μαύρο κολέγιο» της Τζόρτζια, τάραξε την αμερικανική κοινή γνώμη γράφοντας την ανατρεπτική «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ».

Μέχρι τέλους διατηρούσε την πεποίθηση: «Οι μικρές πράξεις αντίστασης στην εξουσία, αν δεν το βάζεις κάτω, μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλα κοινωνικά κινήματα. Συνηθισμένοι άνθρωποι είναι ικανοί για ασυνήθιστες πράξεις θάρρους». Ετσι αιτιολογείται και ο υπότιτλος της αυτοβιογραφίας, αποσπάσματα της οποίας προδημοσιεύουμε σήμερα: «Δεν μπορείς να μένεις ουδέτερος σε ένα τρένο που κινείται».

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

«ΜΠΗΚΑ στην Πολεμική Αεροπορία αρχές του 1943-είκοσι χρονών- έτοιμος να πολεμήσω τους Ναζί».

Ετσι αρχίζει ένα ακόμα κεφάλαιο της πολυτάραχης ζωής του Χάουαρντ Ζιν που συνδέθηκε και με τη γνωριμία του με τη Ροζλίν Σέχτερ, το κορίτσι με πρόσωπο ρωσίδας καλλονής, με το οποίο μοιράζονταν «κοινές απόψεις για τον κόσμο, τον πόλεμο, το φασισμό και το σοσιαλισμό» και έμελλε να γίνει η σύντροφος της ζωής του.

Μετά το μήνα του μέλιτος και ενώ ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η μονάδα του Ζιν μεταφέρθηκε στην Αγγλία. Οπως περιγράφει ο ίδιος: «Ένα βράδυ μας ξύπνησαν στη 1π.μ. και είπαν ότι έπρεπε να ετοιμαστούμε για μια ακόμη αποστολή. Δεν ήταν όπως στις ταινίες, όπου ο Ρόμπερτ Τέιλορ σηκώνεται απ' το κρεβάτι, ορμάει στο πιλοτήριο και φεύγει. Πέντε ώρες πέρασαν από το ξύπνημα μέχρι την απογείωση, την αυγή. Ο αρμόδιος αξιωματικός μάς ενημέρωσε για την αποστολή. Επρόκειτο να βομβαρδίσουμε μια μικρή πόλη ονόματι Ρουαγιάν κοντά στο Μπορντό, στις ακτές του Ατλαντικού. Κοιταχτήκαμε: να βομβαρδίσουμε μια γαλλική πόλη; Τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν ήδη περάσει τη Γαλλία, είχαν μπει για καλά στη Γερμανία. Η εξήγηση δόθηκε: υπήρχαν μερικές χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες που είχαν καταφύγει στη Ρουαγιάν περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος κι εμείς έπρεπε να τους βγάλουμε απ' τη μέση. Και δεν θα είχαμε στη βομβοθήκη μας το σύνηθες φορτίο από δώδεκα βόμβες ισοπέδωσης βάρους διακοσίων κιλών η καθεμία. Αντ' αυτού κάθε βομβοθήκη είχε κάτι καινούργιο: 30 κάνιστρα, 45 κιλών το καθένα, με "πηχτή βενζίνη"-κολλώδες πυρ. Δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη, αλλά πολύ μετά τον πόλεμο συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για πρώιμη χρήση ναπάλμ.

Ετσι καταστρέψαμε τις γερμανικές δυνάμεις (1200 "ιπτάμενα φρούρια" βομβάρδισαν αρκετές χιλιάδες Γερμανούς στρατιώτες!)-καθώς και τον γαλλικό πληθυσμό της Ρουαγιάν. Μετά τον πόλεμο, διάβασα ένα άρθρο του ανταποκριτή των "New York Times" στην περιοχή: "Περί τους 350 άμαχους, ζαλισμένοι ή πληγωμένοι...σύρθηκαν από τα ερείπια και είπαν αργότερα ότι η αεροπορική επίθεση ήταν "μια κόλαση που ποτέ δεν μπορούσαμε να φανταστούμε".

Στα ύψη από τα οποία οποία κάναμε το βομβραδισμό -8-9 χιλιάδες μετρα- δεν βλέπαμε κόσμο, δεν ακούγαμε κραυγές, δεν βλέπαμε αίμα και κομμένα μέλη. Θυμάμαι μόνο να βλέπω τα κάνιστρα ν' ανάβουν σαν σπίρτα και να πέφτουν φλεγόμενα στο έδαφος. Ψηλά στον ουρανό, εγώ απλώς "έκανα τη δουλειά μου" -η εξήγηση που δίνεται σε όλη την Ιστορία, κάθε φορά που οι πολεμιστές διαπράττουν φρικαλεότητες.

Ο πόλεμος τελειωσε σε τρεις εβδομάδες. Δεν άκουσα κανέναν ν' αμφισβητεί την επιδρομή στη Ρουαγιάν, το γιατί ήταν απαραίτητη. Ούτε εγώ την αμφισβήτησα. Δεν θα μου περνούσε απ' το μυαλό να σηκωθώ εκείνο το πρωί, καθώς γινόταν η ενημέρωση, και να ρωτήσω: Γιατί σκοτώνουμε κι άλλο κόσμο, αφού ο πόλεμος τελειώνε;

(...) Μόνο μια στιγμή σ' ολόκληρο τον πόλεμο μπήκαν στο μυαλό μου κάποιες αμφιβολίες για την απόλυτη ορθότητα των πραξεών μας. Είχα πιάσει φιλίες μ' ένα πυροβολητή από άλλο πλήρωμα. Είχαμε κάτι κοινό σ' εκείνη τη λογοτεχνική έρημο της αεροπορικής βάσης: κι οι δυο μας διαβάζαμε και μας ενδιέφερε η πολιτική. Κάποια στιγμή με κατέπληξε λέγοντας, "Ξέρεις, αυτός δεν είναι πόλεμος ενάντια στο φασισμό. Είναι πόλεμος επικράτησης. Αγγλία, Ηνωμένες Πολιτείες και Σοβιετική Ενωση είναι όλα διαφθαρμένα κράτη, δεν έχουν κανένα ηθικό ενδοιασμό με τον χιτλερισμό, απλώς θέλουν κι αυτοί να κυβερνήσουν τον κόσμο. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος".

"Κι εσύ γιατί βρίσκεσαι εδώ;" ρώτησα.

"Για να μιλώ σε ανθρώπους σαν και σένα".

Εκείνον τον καιρό δεν πείστηκα για όσα έλεγε, όμως με έβαλαν σε σκέψεις και ποτέ δεν τα ξέχασα (...) Η Χιροσίμα και η Ρουαγιάν έπαιξαν βασικό ρόλο στο να επανεξετάσω σταδιακά όσα άλλοτε αποδεχόμουν χωρίς αμφισβήτηση - την απόλυτη ηθική ορθότητα του πολέμου ενάντια στο φασισμό. (...) Δεν υπάρχει, στους νεότερους χρόνους, άλλος πόλεμος που να έχει γίνει πιο αποδεκτός ως δίκαιος, σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι φασίστες εχθροί ήταν τόσο απόλυτα σατανικοί ώστε απαγόρευαν κάθε αμφισβήτηση. Ηταν αναντίρρητα οι "κακοί" κι εμείς ήμασταν οι "καλοί", οπότε, άπαξ και είχαμε λάβει αυτήν την απόφαση, δεν υπήρχε καμία εμφανής ανάγκη να σκεφτούμε αυτό που κάναμε. Ομως, επανεξετάζοντας τις πολεμικές μου εμπειρίες και διαβάζοντας ιστορία, είχα καταλάβει πώς το περιβάλλον του πολέμου αρχίζει να κάνει τους αντίπαλους πανομοιότυπους.

Αυτό ίσχυε από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης τον 5ο αι. π.Χ. Η Αθήνα, το "λίκνο της δημοκρατίας", ένας παράδεισος εξαιρετικής τέχνης και λόγου, ήταν οι "καλοί". Η Σπάρτη, απολυταρχική και βλοσυρή, ήταν οι "κακοί". Ομως, καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, οι Αθηναίοι διέπρατταν όλο και περισσότερες φρικαλεότητες - σφάζοντας αδιακρίτως και υποδουλώνοντας γυναικόπαιδα.

Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εμείς -οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Αγγλία, ο "πολιτισμένος κόσμος"- είχαμε διατρανώσει τη φρίκη μας απέναντι στο νέο φαινόμενο του σύγχρονου εναέριου πολέμου, τον αδιάκριτο βομβαρδισμό του άμαχου πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Ο βομβαρδισμός της Σαγκάης από τους Ιάπωνες, ο βομβαρδισμός άοπλων Αφρικανών στην Αιθιοπία από τους Ιταλούς, οι βόμβες που ρίχτηκαν κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο στη Μαδρίτη, οι βομβαρδισμοί του Κόβεντρι και του Ρότερνταμ από τους Γερμανούς. Μα, βέβαια, τι μπορείς να περιμένεις από φασίστες!

Επειτα μπήκαμε κι εμείς στον πόλεμο και κάναμε το ίδιο πράγμα, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Η Ρουαγιάν ήταν ένα γεγονός ήσσονος σημασίας. Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης από βρετανικά και αμερικανικά αεροσκάφη (συμβάν που πραγματεύεται ο Κερτ Βόνεγκατ με τον ιδιότυπο τρόπο του στο αξέχαστο "Σφαγείο Νο 5") σκότωσε τουλάχιστον 35.000, ίσως μέχρι και 100.000, ανθρώπους. Εμπρηστικές βόμβες αφαίρεσαν όλο το οξυγόνο από την πόλη, φέρνοντας θυελλώδεις ανέμους που έκαναν τις φλόγες να λυμαίνονται τους δρόμους, σ' αυτό το φαινόμενο που ονομάστηκε πύρινη λαίλαπα.

Ο βομβαρδισμός των εργατικών συνοικιών των γερμανικών πόλεων -με φόρο αίματος που έφτασε ίσως το μισό εκατομμύριο νεκρούς- υπήρξε συνειδητή επιλογή του Ουίνστον Τσόρτσιλ και των συμβούλων του, με την οποία συμφώνησε η αμερικανική ανώτερη διοίκηση, για να σπάσουν το ηθικό του γερμανικού έθνους.

Οσο περισσότερα διάβαζα, όσο περισσότερο σκεφτόμουν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο ενισχυόταν η πίστη μου ότι η ατμόσφαιρα του πολέμου αποκτηνώνει όλους τους εμπλεκόμενους, γεννάει ένα φανατισμό, στον οποίο ο αρχικός ηθικός παράγοντας θάβεται κάτω από τη σωρεία των αγριοτήτων που διαπράττονται απ' όλες τις πλευρές.

Τη δεκαετία του '60 η παλιά μου πίστη σ' έναν "δίκαιο πόλεμο" κατέρρεε. Εφτανα στο συμπέρασμα ότι, ενώ σαφώς υπάρχουν στον κόσμο εχθροί της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο ίδιος ο πόλεμος είναι ο πιο άθλιος απ' όλους τους εχθρούς. Κι ότι, παρόλο που κάποιες κοινωνίες μπορούν εύλογα να ισχυριστούν ότι είναι πιο φιλελεύθερες, πιο δημοκρατικές και ανθρωπιστικές από άλλες, η διαφορά δεν είναι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογήσει τη μαζική, αδιάκριτη σφαγή που περιλαμβάνει ο σύγχρονος πόλεμος».

ΑΡΧΙΣΤΕ ΜΕ ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΦΥΣΕΙ αισιόδοξος ο αμερικανός διανοούμενος αναφέρεται στο τέλος της αυτοβιογραφίας του σε έναν κόσμο που αλλάζει, εφόσον αλλάζουν οι συνειδήσεις των ανθρώπων.

«Το φυλετικό μίσος και οι διακρίσεις βάσει του φύλου παραμένουν, ο πόλεμος και η βία εξακολουθούν να δηλητηριάζουν τον πολιτισμό μας, έχουμε μια μεγάλη κατώτερη κοινωνικά τάξη από φτωχούς κι απελπισμένους ανθρώπους, κι υπάρχει ένας βαθύς πυρήνας του πληθυσμού που είναι ικανοποιημένος με το πώς έχουν τα πράγματα και φοβάται την αλλαγή.

Αν όμως βλέπουμε μόνο αυτό, έχουμε χάσει την ιστορική προοπτική και τότε είναι σαν να γεννηθήκαμε χθες και να ξέρουμε μόνο τις καταθλιπτικές ειδήσεις στις σημερινές εφημερίδες, στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των βραδινών δελτίων.

Ας σκεφτούμε την εκπληκτική μεταμόρφωση, μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, στην ιδέα που έχει ο κόσμος για το ρατσισμό, στη θαρραλέα παρουσία των γυναικών που διεκδικούν τα δικαιώματά τους, στην αναπτυσσόμενη δημόσια αναγνώριση του γεγονότος ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν αποτελούν αξιοπερίεργα αλλά ανθρώπους που συναντάμε γύρω μας, στον μακροπρόθεσμα αναπτυσσόμενο σκεπτικισμό σχετικά με τη στρατιωτική παρέμβαση, παρά το σύντομο κύμα φιλοπόλεμης μανίας κατά τον πόλεμο του Κόλπου.

Αυτή τη μακροπρόθεσμη αλλαγή πιστεύω πως πρέπει να λάβουμε υπόψη αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε κάθε ελπίδα (...)

Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως αυτό που βλέπουμε στην παρούσα στιγμή είναι κι αυτό που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Ξεχνάμε πόσο συχνά σ' αυτόν τον αιώνα αιφνιδιαστήκαμε από τις αναπάντεχες καταρρεύσεις θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στη σκέψη των ανθρώπων, από απρόσμενες εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από την ταχεία καθίζηση συστημάτων εξουσίας που έμοιαζαν ανίκητα.

Τα δεινά που συμβαίνουν είναι επαναλήψεις δεινών που συνέβαιναν πάντα -πόλεμος, ρατσισμός, κακομεταχείριση γυναικών, θρησκευτικός και εθνικιστικός φανατισμός, πείνα. Τα καλά που συμβαίνουν είναι απρόσμενα.

Απρόσμενα κι όμως ερμηνεύσιμα βάσει κάποιων αληθειών που αντιλαμβανόμαστε πότε πότε, αλλά που τείνουμε να ξεχνάμε: Η πολιτική δύναμη, οσοδήποτε τρομερή, είναι πιο εύθραυστη απ' όσο νομίζουμε (παρατηρήστε τη νευρικότητα εκείνων που την κατέχουν).

Τους απλούς ανθρώπους μπορεί κανείς να τους εκφοβίσει για ένα διάστημα, μπορεί επίσης να τους περιπαίξει για ένα διάστημα, όμως έχουν έναν βαθιά εμπεδωμένο κοινό νου και αργά ή γρήγορα θα βρουν τρόπο να αμφισβητήσουν την εξουσία που τους καταπιέζει. Οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως βίαιοι, σκληροί ή άπληστοι, μολονότι μπορούν να γίνουν τέτοιοι. Οι άνθρωποι, παντού, θέλουν τα ίδια πράγματα: συγκινούνται από τη θέα εγκαταλελειμμένων παιδιών, άστεγων οικογενειών, θυμάτων πολέμου. Θέλουν ειρήνη, φιλία και στοργή, πέραν των φυλετικών κι εθνικών διαχωρισμών.

Η επαναστατική αλλαγή δεν έρχεται σε μία κατακλυσμική στιγμή (τέτοιες στιγμές πρέπει να τις φοβόμαστε!) αλλά σε μία ατέρμονη σειρά εκπλήξεων, διαγράφοντας μια τεθλασμένη γραμμή προς μια καλύτερη κοινωνία.

Δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε μεγαλεπήβολες, ηρωικές πράξεις για να συμμετάσχουμε στη διαδικασία της αλλαγής. Οι μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται επί εκατομμύρια ανθρώπων, μπορούν ν' αλλάξουν τον κόσμο.

Το να ελπίζει κανείς σε κακές εποχές δεν είναι ανόητα ρομαντικό. Βασίζεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη Ιστορία δεν είναι μόνο μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους, ευγένειας. Ο,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας. Αν δούμε μόνο το χειρότερο, θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και χρόνους -κι είναι τόσο πολλοί- που οι άνθρωποι φέρθηκαν εκπληκτικά, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και τη δυνατότητα να στείλουμε τη σβούρα -τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Κι αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα, και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα κακά γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη».

ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ Ο ΝΤΙΚΕΝΣ

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ στη φτωχογειτονιά του Μπρούκλιν, στη δεκαετία του '30, ο μικρός Χάουαρντ ήταν φανατικός βιβλιοφάγος.

«Δεν υπήρχαν βιβλία στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου δεν είχε ποτέ διαβάσει ούτε ένα. Η μητέρα μου διάβαζε αισθηματικά περιοδικά. Κι οι δυο τους διάβαζαν εφημερίδα. Γνώριζαν ελάχιστα για την πολιτική, πέραν του ότι ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ήταν καλός άνθρωπος γιατί βοηθούσε τους φτωχούς.

Οταν όμως ήμουν δέκα χρονώ η "New York Post" πρόσφερε ένα σετ με τα άπαντα του Τσαρλς Ντίκενς (που εκείνοι δεν είχαν ακουστά, εννοείται). Χρησιμοποιώντας κουπόνια που έκοβαν από την εφημερίδα, έπαιρναν έναν τόμο την εβδομάδα για λίγα σεντ. Γράφτηκαν συνδρομητές γιατί ήξεραν ότι μ' άρεσε το διάβασμα. Κι έτσι διάβασα τον Ντίκενς στη σειρά με την οποία λαμβάναμε τα βιβλία, αρχίζοντας με τον "Ντέιβιντ Κόπερφιλντ", κατόπιν "Ολιβερ Τουίστ", "Μεγάλες προσδοκίες", "Τα έγγραφα Πίκγουικ", "Δύσκολοι καιροί", "Ιστορία δυο πόλεων".

Δεν ήξερα τι θέση είχε ο Ντίκενς στην ιστορία της νεότερης λογοτεχνίας, αφού ήταν ο μόνος γνωστός μου εκπρόσωπος αυτής της λογοτεχνίας. Δεν ήξερα ότι ήταν ο δημοφιλέστερος, μάλλον, μυθιστοριογράφος στον αγγλόφωνο κόσμο (κι ίσως σε όλον τον κόσμο) περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ούτε ότι ήταν μεγάλος ηθοποιός κι έκανε αναγνώσεις των έργων του προσελκύοντας πλήθη ανθρώπων, ούτε ότι, όταν στα τριάντα του, επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1842, αποβιβάστηκε στη Βοστόνη, όπου κάποιοι από τους αναγνώστες του είχαν έρθει από την άγρια Δύση, ταξιδεύοντας τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον δουν.

Αυτό που ήξερα ήταν ότι μου ξυπνούσε θυελλώδη αισθήματα. Κατ' αρχάς, οργή για την αυθαίρετη εξουσία, φουσκωμένη από τα πλούτη και διατηρημένη χάρη στο νόμο. Προπάντων όμως μια βαθύτατη συμπόνια για τους φτωχούς. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου φτωχό με την έννοια που ήταν φτωχός ο Ολιβερ Τουίστ. Δεν συνειδητοποιούσα ότι η ιστορία του με συγκινούσε τόσο επειδή η ζωή του άγγιζε χορδές της δικής μου ζωής.

Πόσο σοφός ήταν ο Ντίκενς, να κάνει τους αναγνώστες του να αισθανθούν τη φτώχεια και τη σκληρότητα μέσα από τη μοίρα των παιδιών, που δεν είχαν αγγίξει την ηλικία στην οποία οι υποκριτικές και ευκατάστατες τάξεις θα μπορούσαν να τα κατηγορήσουν ότι ήταν υπαίτια για τη μιζέρια τους.

Σήμερα, διαβάζοντας πλαδαρά, μουδιασμένα μυθιστορήματα περί "σχέσεων" ανακαλώ την αδιάντροπη διέγερση των συναισθημάτων από τον Ντίκενς, τους ξεκαρδιστικά αστείους χαρακτήρες του, τα επικά σκηνικά του -πόλεις γεμάτες πείνα κι εξαθλίωση, χώρες επαναστατημένες, όπου διακυβεύονταν η ζωή κι ο θάνατος, όχι μόνο για μια οικογένεια, αλλά για χιλιάδες(...)

Για τα γενέθλιά μου όταν έκλεινα τα δεκατρία, οι γονείς μου, που ήξεραν ότι έγραφα σε σημειωματάρια, μου αγόρασαν μία ανακατασκευασμένη/ μεταχειρισμένη γραφομηχανή Underwood. Μαζί υπήρχε κι ένα βιβλίο πρακτικής για τη μάθηση του τυφλού συστήματος και σύντομα έγραφα ανασκοπήσεις/περιλήψεις όλων των βιβλίων που διάβαζα και τις έβαζα στο συρτάρι μου. Ποτέ δεν τις έδειξα σε κανέναν. Μου έδινε χαρά και περηφάνια το να ξέρω ότι είχα διαβάσει αυτά τα βιβλία κι έγραφα γι' αυτά -σε μια γραφομηχανή».

Η ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

ΜΟΛΙΣ είχε πάρει το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια όταν, τον Αύγουστο του 1956, ο Ζιν αποφάσισε να αναλάβει στο «μαύρο κολέγιο» Σπέλμαν της Τζόρτζια το τμήμα Ιστορίας και Κοινωνικών Επιστημών.

«Ηταν σάμπως να υπήρχε μια άγραφη, ανείπωτη συμφωνία ανάμεσα στη λευκή δομή εξουσίας της Ατλάντα και τις διευθύνουσες αρχές των κολεγίων της μαύρης κοινότητας: Εμείς οι λευκοί θ' αφήσουμε εσάς του έγχρωμους να έχετε το κολεγιάκι σας. Μπορείτε να εκπαιδεύετε τα έγχρωμα κορίτσια σας για να υπηρετούν την κοινότητα των νέγρων, να γίνονται δασκάλες και κοινωνικές λειτουργοί, ίσως ακόμη και γιατροί και δικηγόροι. Δεν θα σας πειράξουμε. Μπορείτε ακόμη και να έχετε κάποιους λευκούς στο προσωπικό σας. Τα Χριστούγεννα, κάποιοι από μας τους λευκούς μπορεί να έρθουμε στο Σπέλμαν και ν' ακούσουμε την περίφημη χορωδία του. Ως αντάλλαγμα, εσείς δεν θ' ανακατεύεστε με τον δικό μας τρόπο ζωής.

Επικυρώνοντας και συμβολικά αυτή τη συμφωνία, ο χώρος του κολεγίου περιβαλλόταν από έναν πέτρινο τοίχο ύψους τριάμισι μέτρων, που σε κάποια σημεία έδινε τη θέση του σε αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

(...) Ημουν ήδη ένα εξάμηνο στο Σπέλμαν, όταν, τον Ιανουάριο του 1947, οι φοιτήτριές μου κι εγώ είχαμε μια μικρή αντιπαράθεση με το νομοθετικό σώμα της Τζόρτζια. Είχαμε αποφασίσει να παρακολουθήσουμε μια συνεδρία του. Ο σκοπός μας ήταν απλώς να δούμε τους νομοθέτες να κάνουν τη δουλειά τους. Οταν όμως φτάσαμε, είδαμε κάτι που έπρεπε να περιμένουμε: ότι υπήρχε ένας μικρός χώρος στο πλάι της αίθουσας με την ένδειξη: "έγχρωμοι". Οι φοιτήτριες το συζήτησαν για λίγο κι αποφάσισαν ν' αγνοήσουν τα σήματα και να καθίσουν στον κεντρικό χώρο, που ήταν λίγο-πολύ άδειος. Μόλις η ομάδα μας, περίπου 30 άτομα, κάθισε στις θέσεις, ξέσπασε πανικός. Το νομοσχέδιο περί αλιείας λησμονήθηκε. Ο πρόεδρος του Σώματος έμοιαζε να είχε πάθει κρίση αποπληξίας. Ορμησε στο μικρόφωνο και φώναξε, "Αραπίνες, πηγαίνετε στο χώρο σας! Στην Πολιτεία της Τζόρτζια έχουμε διαχωρισμό".

Τα μέλη του νομοθετικού σώματος είχαν τώρα σηκωθεί όρθια και μας φώναζαν, αντηχώντας αλλόκοτα στη μεγάλη, θολωτή αίθουσα. Η αστυνομία δεν άργησε να φανεί και να προχωρήσει απειλητικά προς το μέρος μας. Και πάλι το συζητήσαμε, ενώ η ένταση στην αίθουσα αυξανόταν. Αποφασίσαμε να βγούμε στον προθάλαμο κι έπειτα να ξαναμπούμε και να καθίσουμε στο χώρο για τους "έγχρωμους", εμού συμπεριλαμβανομένου.

Αυτό που ακολούθησε ήταν μια από εκείνες τις παράξενες σκηνές που δημιουργούνταν συχνά από τα παράδοξα του ρατσιστικού όσο και αβρού Νότου. Ηρθε προς το μέρος μου ένας φρουρός και με ατένισε πολύ προσεκτικά, προφανώς επειδή αδυνατούσε να αποφανθεί αν ήμουν "λευκός" ή "έγχρωμος", και κατόπιν ρώτησε από πού προερχόταν αυτή η ομάδα επισκεπτών. Του απάντησα. Αμέσως μετά, ο πρόεδρος του Σώματος πήγε στο μικρόφωνο, διακόπτοντας και πάλι κάποιον νομοθέτη και δήλωσε με επίσημο τόνο, «Τα μέλη του νομοθετικού σώματος της Πολιτείας της Τζόρτζια θα ήθελαν να απευθύνουν ένα θερμό καλωσόρισμα προς την επισκεπτόμενη αντιπροσωπεία του Κολεγίου Σπέλμαν"».